Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 13-Απρ-2016 00:09

    Ποιος πρέπει να έχει το δικαίωμα να ψηφίζει;

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Βασίλη Σαραφίδη 

    Ποιός πρέπει να έχει το δικαίωμα να ψηφίζει; Σύμφωνα με το ελληνικό σύνταγμα, όλοι όσοι είναι Έλληνες υπήκοοι και είναι άνω των 18 ετών. 

    Στην πράξη όμως το δικαίωμα της ψήφου είναι περισσότερο συμβολικό παρά ουσιαστικό για το λόγο ότι οι πολίτες που διαμένουν στο εξωτερικό υποχρεούνται να επιστρέψουν στον τόπο καταγωγής τους προκειμένου να ψηφίσουν. Λόγω της μεγάλης συχνότητας των εκλογών (μία κάθε 2,5 χρόνια ανά μέσα όρο κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης) και λόγω του ότι οι εκλογές συχνά κηρύσσονται εντός λίγων εβδομάδων, η έλλειψη δυνατότητας άσκησης του εκλογικού δικαιώματος εξ αποστάσεως δημιουργεί πολλές διακρίσεις, όπως π.χ. παρακάτω:

    Γεωγραφικές διακρίσεις. Όσοι διαμένουν σε χώρες του εξωτερικού που βρίσκονται μακριά από την Ελλάδα στερούνται πρακτικά το δικαίωμα της ψήφου σε σχέση με τους  υπόλοιπους Έλληνες υπηκόους, συμπεριλαμβάνοντας στους "υπόλοιπους Έλληνες" όσους ζουν σε χώρες που είναι κοντά στην Ελλάδα ή όσους μένουν σε πόλεις όπου υπάρχουν εύκολες πτήσεις προς την Ελλάδα.

    Εισοδηματικές διακρίσεις. Όσοι δεν έχουν εισόδημα που τους επιτρέπει να καλύψουν τα έξοδα ενός (πιθανώς ολιγοήμερου) ταξιδιού στερούνται πρακτικά το δικαίωμα της ψήφου.

    * Άλλου είδους διακρίσεις. Όσοι π.χ. έχουν μεγάλη οικογένεια ή δεν έχουν ευέλικτη εργασία που να τους επιτρέπει να απουσιάσουν κάποιες μέρες, στερούνται πρακτικά το δικαίωμα της ψήφου. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τους στρατιωτικούς που εργάζονται εκτός Ελλάδας, τα μέλη διπλωματικών και άλλων ελληνικών αποστολών, τους φοιτητές που σπουδάζουν στο εξωτερικό, όλους εκείνους που ταξιδεύουν συχνά λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων.

    Οι διακρίσεις αυτές παραβιάζουν την αρχή της ίσης αντιμετώπισης προς όλους τους υπηκόους καθώς επίσης και την αρχή της καθολικής ψηφοφορίας· δύο από τα θεμελιώδη κριτήρια μιας εδραιωμένης δημοκρατίας, όπως περιγράφει στο βιβλίο του ο διάσημος πολιτικός επιστήμονας Robert Dahl1. Αυτό επιβεβαιώνεται εμπειρικά και από διάφορες έρευνες, όπως για παράδειγμα την μελέτη των Blais, Massicotte & Yoshinaka, οι οποίοι χρησιμοποιώντας δεδομένα από 63 χώρες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρότερες δημοκρατίες στον κόσμο εξασφαλίζουν το δικαίωμα του εκλέγειν σε όλους τους υπηκόους ανεξάρτητα από τον τόπο διαμονής τους, σε αντίθεση με τις λιγότερο ισχυρές δημοκρατίες. Η διαφορά αυτή είναι στατιστικά σημαντική2

    Στην περίπτωση της Ελλάδας του παρελθόντος, οι μετανάστες πιθανώς θεωρούνταν ότι έχαναν σταδιακά την επαφή με την ελληνική κοινωνία και ως εκ τούτου δεν είχαν τις γνώσεις για να λάβουν μια τεκμηριωμένη απόφαση για το ποιό κόμμα είναι καταλληλότερο για να κυβερνήσει τη χώρα. Οι λόγοι ήταν πολλοί: για παράδειγμα, δεν υπήρχε διαδίκτυο, ούτε δορυφορική τηλεόραση. Ένα σύντομο τηλεφώνημα στην πατρίδα κόστιζε αναλογικά όσο ένα εβδομαδιάτικο ενός μέσου εργάτη (πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα δεν είχαν καν τηλέφωνο και χρησιμοποιούσαν το τηλέφωνο του καφενείου του χωριού). Η ενημέρωση λοιπόν ήταν σποραδική, συνέβαινε κυρίως μέσω αλληλογραφίας ή μέσω ενός συγγενικού προσώπου που πρόσφατα είχε επιστρέψει από ταξίδι στην Ελλάδα·αλλά και πάλι, τα αεροπορικά ταξίδια δεν ήταν συχνά όπως σήμερα. 

    Τα πράγματα στη σημερινή εποχή είναι πολύ διαφορετικά. Η τεράστια εξέλιξη της τεχνολογίας καθιστά πλέον πολύ εύκολο να παραμείνει κάποιος σε επαφή με τις εξελίξεις στην Ελλάδα. Υπάρχει το διαδίκτυο, υπάρχουν "blogs" και ηλεκτρονικές εφημερίδες οι οποίες φιλοξενούν πλούσια αρθρογραφία που αναλύει την καθημερινότητα σε βάθος. Υπάρχουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως το facebook και το twitter τα οποία ανανεώνονται ανά δευτερόλεπτο. Υπάρχει επίσης εύκολη πρόσβαση σε δορυφορική τηλεόραση, ακόμα και διαδικτυακά. Τα τηλεφωνήματα είναι πλέον δωρεάν μέσω skype, viber κ.λ.π. ενώ τα αεροπορικά ταξίδια έχουν γίνει μέρος της ζωής μας.

    Ως αποτέλεσμα, η σύνδεση μεταξύ της ταυτότητας ενός έθνους και των στενών γεωγραφικών ορίων της χώρας διαβρώνεται με γρήγορους ρυθμούς στην εποχή μας, την ίδια στιγμή που ο "κόσμος μικραίνει" και οι υπήκοοι που διαμένουν στο εξωτερικό είναι σε θέση να παραμείνουν εύκολα συνδεδεμένοι με την πατρίδα τους. Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Fred Riggs3:

    "Κανένα έθνος σήμερα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το σύνολο των ανθρώπων που ζουν μόνο μέσα στα στενά γεωγραφικά όρια ενός κράτους – αντιθέτως, όλα τα έθνη είναι "παγκόσμια" με την έννοια ότι ακόμη κι αν οι άνθρωποι έχουν μία πατρίδα,πολλοί από αυτούς ζουν διάσπαρτα σε όλο τον κόσμο."

    Λαμβάνοντας επιπλέον υπόψιν ότι ζούμε σε έναν κόσμο που συνδέεται ολοένα και περισσότερο με κοινές ανησυχίες και προβλήματα, όπως είναι το "δίκαιο εμπόριο", το "προσφυγικό", η "παγκόσμια τρομοκρατία", το αν θα περάσει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην επόμενη φάση της δημοσιονομικής ενοποίησης, είναι πολύ σημαντικό να αναγνωριστούν οι εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες της διασποράς ως μέρος μιας παγκόσμιας ελληνικής κοινότητας.

    Ποιοί είναι όμως οι Έλληνες της διασποράς; Όπως συμβαίνει και με τους Έλληνες στην Ελλάδα, οι Έλληνες της διασποράς δεν αποτελούν μια ομοιογενή ομάδα.

    Συμπεριλαμβάνονται σε αυτή οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που έφυγαν πρόσφατα λόγω της οικονομικής κρίσης· πολλοί από αυτούς έχουν περιουσιακά στοιχεία και φορολογούνται στην Ελλάδα. Συμπεριλαμβάνονται οι Έλληνες που έφυγαν κάποια στιγμή για να σπουδάσουν στο εξωτερικό και επέλεξαν να παραμείνουν εκεί για να έχουν αξιοκρατική αντιμετώπιση· οι περισσότεροι από αυτούς διατηρούν κοινωνικές επαφές στην Ελλάδα, έχουν αφήσει πίσω τους οικογένεια την οποία επισκέπτονται συχνά, και κάποια στιγμή θα κληρονομήσουν περιουσία στην Ελλάδα.

    Συμπεριλαμβάνονται επίσης οι Έλληνες μετανάστες που αναγκάστηκαν να φύγουν λόγω φτώχειας τη δεκαετία του ‘50 και του ‘70, όπως είναι ο Γκας Πορτοκάλος (φανταστικός χαρακτήρας της ταινίας "Γάμος αλά Ελληνικά") και χιλιάδες (πραγματικοί) άνθρωποι, οι οποίοι αισθάνονται ίσως περισσότερο Έλληνες από πολλούς άλλους που ζουν στην Ελλάδα· αρκετοί από αυτούς εξακολουθούν να στέλνουν εμβάσματα στην πατρίδα τους, διατηρούν άμεσες σχέσεις με τα συγγενικά τους πρόσωπα και παρακινούν τα παιδιά τους να ταξιδεύουν στην πατρίδα των προγόνων τους όσο συχνότερα μπορούν. Συμπεριλαμβάνονται οι χιλιάδες νέοι δεύτερης και τρίτης γενιάς οι οποίοι δεν μιλούν ελληνικά ως πρώτη γλώσσα αλλά παρόλα αυτά αποτελούν πρεσβευτές του ελληνικού πολιτισμού και αγωνίζονται κάθε μέρα για να προασπίσουν τα εθνικά συμφέροντα.

    Στην ανομοιογενή ομάδα των Ελλήνων της διασποράς συμπεριλαμβάνονται επίσης οι Έλληνες υπήκοοι που έφυγαν ρίχνοντας "μαύρη πέτρα" πίσω τους και δεν θέλουν να έχουν καμία επαφή με την ελληνική πραγματικότητα. Άνθρωποι που έπεσαν κάποτε θύματα ρατσισμού στον τόπο υποδοχής τους και προτίμησαν να αφομοιωθούν πλήρως με την τοπική κουλτούρα για να αποφύγουν τις διακρίσεις. Άνθρωποι που για διάφορους άλλους λόγους (π.χ. λόγω φόρτου εργασίας και πίεσης από την καθημερινότητα) έχουν συνειδητά ή ασυνείδητα επιλέξει να διατηρήσουν ελάχιστη επαφή με την Ελλάδα, ή καθόλου.
    Μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ότι οι παραπάνω διαφορετικές περιπτώσεις Ελλήνων υπηκόων δεν έχουν το ίδιο δικαίωμα του εκλέγειν; Εάν η απάντηση είναι "ναι", εάν δηλαδή προχωρήσουμε σ’ ένα μονοπάτι λογικής το οποίο θέτει κριτήρια που προσδιορίζουν ποιοί πολίτες είναι καταλληλότεροι για να ψηφίσουν, τότε αναπόφευκτα αυτό θα αγγίξει και τους Έλληνες που ζουν στην Ελλάδα. Συνεπώς, οποιοδήποτε κριτήριο προβαίνει σε διακρίσεις ανάμεσα στους πολίτες είναι εγγενώς αυθαίρετο και άδικο.

    Ως ένα μικρό παράδειγμα, αρκεί να λάβουμε υπόψιν το υποθετικό κριτήριο "δικαίωμα ψήφου έχει αυτός που έχει αφήσει περιουσία στην Ελλάδα καθώς με αυτόν τον τρόπο μπορεί να αποδείξει ότι έχει οικονομικά συμφέροντα στη χώρα". Το κριτήριο αυτό θα στερούσε το δικαίωμα του εκλέγειν σε όσους έφυγαν από την Ελλάδα πρόσφατα λόγω της κρίσης αλλά, όντας φτωχοί, δεν άφησαν πίσω τους κανένα περιουσιακό στοιχείο. Θα στερούσε επίσης το δικαίωμα ψήφου σε όσους πρόκειται να κληρονομήσουν την περιουσία της οικογένειας τους στο μέλλον ή σε αυτούς που για να βοηθήσουν την οικονομική κατάσταση των συγγενικών τους προσώπων, τούς έχουν παραχωρήσει την περιουσία που είχαν κληρονομήσει κάποτε από τους γονείς τους. Θα στερούσε επίσης το δικαίωμα της ψήφου σε όλους όσοι σχεδιάζουν να επιστρέψουν κάποια στιγμή πίσω στην Ελλάδα και τα σχέδια τους επηρεάζονται άμεσα από τις εξελίξεις.

    Εάν το ελληνικό κράτος τελικά αφαιρούσε το δικαίωμα του εκλέγειν από όσους δεν έχουν περιουσία στην Ελλάδα, δεν αποτελεί διάκριση να το κάνει αυτό μόνο για τους Έλληνες που ζουν εκτός των στενών γεωγραφικών ορίων της χώρας; Εάν από την άλλη μεριά, το κριτήριο αυτό ίσχυε για όλους τους πολίτες, θα επέφερε καταστροφικές συνέπειες για την δημοκρατία. Οδηγούμαστε λοιπόν σε αδιέξοδο.

    Σύμφωνα με το ελληνικό σύνταγμα, το δικαίωμα του εκλέγειν αποτελεί εγγενές δικαίωμα και προνόμιο κάθε Έλληνα υπηκόου. Το ελληνικό σύνταγμα δεν προβλέπει ότι όσοι φεύγουν από την Ελλάδα χάνουν την ελληνική υπηκοότητα. Ώς λαός που θέλει να υπερηφανεύεται ότι γέννησε τη δημοκρατία, ο μοναδικός εφικτός τρόπος να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις ενός παγκόσμιου δημοκρατικού έθνους, είναι να δωθεί η δυνατότητα σε όλους τους Έλληνες υπηκόους να ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα εξ αποστάσεως, εφόσον το επιθυμούν, χωρίς καμία εξαίρεση. 

    Ούτως ή άλλως, το να πάει κάποιος σε ένα εκλογικό κέντρο για να ψηφίσει εμπεριέχει κόστος και σε χρόνο και σε χρήμα, ενώ ταυτόχρονα συνεπάγεται και μια ταλαιπωρία. Οι άνθρωποι που δεν έχουν την ανάγκη να διατηρήσουν επαφή με την ελληνική κοινωνία πιθανότατα δεν θα μπουν ποτέ στον κόπο να πάνε να ψηφίσουν.

    Dahl, R.A. (1989). "Democracy and Its Critics”. Yale University Press, (Chapter 17).

    2 Blais, A., Massicotte, L. and A. Yoshinaka (2001). "Deciding who has the right to vote: A comparative Analysis of Election Laws”, Electoral Studies, Vol. 20(1), 41-62, Table 2.

    3  Riggs, F.W. "Diasporas and Ethnic nations: Causes and Consequencies of Globalisation”. Conference of the International Studies Association.

    * Ο κ. Βασίλης Σαραφίδης είναι επίκουρος καθηγητής Οικονομετρίας στο πανεπιστήμιο Monash της Μελβούρνης.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ