Αποθήκευση
Εγγραφή          Υπενθύμιση κωδικού
Σύμβολο go
        Τζίρος  εκ. €
Τα "Νομικά θέματα" είναι μία συνεργασία της δικηγορικής εταιρίας ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΤΣΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ και του Capital.gr

Λύση και ανανέωση της σύμβασης δικαιόχρησης

Οι συμφωνίες δικαιόχρησης (franchising) αποτελούν σήμερα μια ιδιαίτερα διαδεδομένη μορφή εμπορικής συνεργασίας, που έχει αναδειχτεί ήδη σε βασικό ρυθμιστικό παράγοντα της επιχειρηματικής δράσης. Ειδικότερα, ως δικαιόχρηση νοείται η σχέση συνεργασίας δύο ανεξάρτητων μεταξύ τους επιχειρήσεων, που βασίζεται στην ένταξη της μίας, του Δικαιοδόχου ή Λήπτη, στο σύστημα και δίκτυο της άλλης, του Δικαιοπαρόχου ή Δότη, με βάση τους όρους της μεταξύ τους συμβατικής συμφωνίας.

Η συγκεκριμένη συμβατική σχέση συμφωνείται ενίοτε ως ορισμένου χρόνου, πράγμα που σημαίνει, ότι με τη συμπλήρωση της ορισθείσας ημερομηνίας επέρχεται καταρχήν και η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης, οπότε η τυχόν ανανέωσή της εξαρτάται από τους όρους που έχουν τυχόν συμφωνηθεί μεταξύ του Δικαιοπαρόχου και του Δικαιοδόχου. Εντούτοις, η έλλειψη ρητής πρόβλεψης στο κείμενο της σύμβασης δικαιόχρησης σε σχέση τόσο με τη διάρκειά της όσο και με τις προϋποθέσεις ανανέωσης της μπορεί να προκαλέσει ζητήματα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, καθώς, σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρητική προσέγγιση, κανένα από αυτά δεν έχει δικαίωμα περί αυτόματης ανανέωσης της σύμβασης.

Αυτό σημαίνει, ότι η επιλογή περί ανανέωσης ή μη της σύμβασης δικαιόχρησης αποτελεί δικαίωμα εκάστου συμβαλλόμενου μέρους, η άσκηση του οποίου μάλιστα δεν απαιτεί την προβολή ιδιαίτερης αιτιολογίας. Στα πλαίσια αυτά, η απόφαση περί μη συνέχισης της συνεργασίας στα πλαίσια του franchising από έναν εκ των συμβαλλομένων, ακόμα δε και η άρνησή της, δεν γεννά ευθύνη του, καθότι αποτελεί άσκηση νόμιμου δικαιώματος, με εξαίρεση ωστόσο την περίπτωση κατά την οποίαν ο προκείμενος συμβαλλόμενος δημιούργησε στον έτερο μέρος την εύλογη εντύπωση ή πεποίθηση, ότι η σύμβαση θα ανανεωνόταν μετά το πέρας της συμφωνηθείσας διάρκειάς της.

Στην πράξη ωστόσο, οι συμβάσεις δικαιόχρησης περιλαμβάνουν συνήθως ειδικό όρο που προβλέπει την σιωπηρή ανανέωσή τους κατά τη λήξη τηςδιάρκειάς τους, εκτός κι αν ένας εκ των συμβαλλομένων απευθύνει βεβαιωμένα στον άλλον έγγραφη ειδοποίησή του, πριν την συμπλήρωση του συμβατικού χρόνου λήξης, δια της οποίας θα του δηλώνει την επιθυμία του για μη ανανέωση της σύμβασης.

Βέβαια, στις περιπτώσεις αυτές, το ζήτημα του χρόνου κοινοποίησης της ανωτέρω ειδοποίησης αποτελεί σημείο μείζονος αναφοράς, ειδικά όταν η πρόθεση περί μη ανανέωσης της σύμβασης εντοπίζεται στη σφαίρα του Δικαιοπαρόχου, καθώς η ανεπάρκεια χρονικών περιθωρίων αναδιοργάνωσης μπορεί να επιφέρει ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες στα επιχειρηματικά συμφέροντα του «ασθενέστερου» συμβατικά Δικαιοδόχου. Υπό το πρίσμα αυτό, η γνωστοποίηση της ειδοποίησης περί μη ανανέωσης θα πρέπει να ενεργείται, κατά τη συμφωνία των μερών, σε εύλογο χρονικό διάστημα πριν την λήξη της σύμβασης, λαμβανομένων υπόψη της συμφωνηθείσας διάρκειας αυτής και των συναλλακτικών ηθών.

Επιπλέον, σε αυτή την περίπτωση, τα μέρη υποχρεούνται να τηρούν απαρέγκλιτα τις συμβατικές υποχρεώσεις τους καθ’ όλο το χρόνο που μεσολαβεί από την ειδοποίηση μέχρι και τη λήξη της σύμβασης. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο Δικαιοπάροχος δεν επιτρέπεται κατά τη διάρκεια του μεσολαβούντος χρονικού διαστήματος να διακόψει την παροχή των υποστηρικτικών υπηρεσιών του προς τον Λήπτη, και ενδεικτικά την προμήθειά του με προϊόντα, ούτε να διαδώσει την πληροφορία διακοπής της συνεργασίας του με αυτόν, καθώς μια τέτοια συμπεριφορά συνιστά παραβίαση των όρων της σύμβασης, που παρέχει στον Λήπτη το δικαίωμα να προβεί στην άμεση καταγγελία της από υπαιτιότητα του Δικαιοπαρόχου και επιπλέον να ζητήσει από τον τελευταίο αποζημίωση για την αντισυμβατική του συμπεριφορά.

Περαιτέρω, σε περίπτωση που κανένας εκ των συμβαλλομένων δεν δηλώσει ρητώς την επιθυμία του για μη ανανέωσης της σύμβασης, αυτή ανανεώνεται σιωπηρώς. Εντούτοις, ζήτημα αποτελεί ο χρόνος διαρκείας της σιωπηρώς συντελεσθείσας ανανέωσης,όταν στη σύμβαση δεν προβλέπεται τίποτα για το θέμα αυτό. Στην περίπτωση αυτή, ελλείψει ειδικής πρόβλεψης, εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες η σύμβαση ανανεώνεται για αόριστο χρονικό διάστημα, οπότε και μπορεί να καταγγελθεί εγγράφως από κάθε μέρος οποτεδήποτε, με την τήρηση εύλογης (συνήθως εξάμηνης) προθεσμίας.

Εξάλλου, σε περίπτωση που η σύμβαση δικαιόχρησης περιλάβει τυχόν όρο, με βάση τον οποίον αποκλείεται η σιωπηρή ανανέωσή της μετά το πέρας του χρόνου διαρκείας της, και παρ’ όλα αυτά αμφότερα τα μέρη εξακολουθούν να συμπεριφέρονται κατά τη λήξη της ως αντισυμβαλλόμενοι, δηλαδή σαν να μην είχε επέλθει η λύση της συνεργασίας τους, τότε θεωρείται ότι η σύμβαση έχει ανανεωθεί εν τοις πράγμασι και για αόριστο χρόνο, παρά την αντίθετη συμβατική πρόβλεψη.

Η ανανέωση της σύμβασης δικαιόχρησης συνιστά εξακολούθηση της αρχικής συμφωνίας ως προς το σύνολο των όρων της, και ως εκ τούτου, ο Δικαιοδόχος δεν υποχρεούται να καταβάλλει εκ νέου «Δικαίωμα Εισόδου» στον Δικαιοπάροχο, προκειμένου να αποκτήσει την αξίωση παραχώρησης προς χρήση και εκμετάλλευση των δικαιωμάτων του τελευταίου. Εξαίρεση ωστόσο αποτελεί η περίπτωση κατά την οποίαν το σύστημα και δίκτυο του Δικαιοπαρόχου έχουν εμφανίσει τέτοια ανάπτυξη, ώστε να δικαιολογείται η παροχή επιπλέον ανταλλάγματος για τη συνέχιση της χρήσης και εκμετάλλευσης της τεχνογνωσίας του, οπότε, υπό αυτά τα δεδομένα, δεν αποκλείεται η τροποποίηση των οικονομικών όρων της αρχικής συμφωνίας.
Σχολιάστε το άρθρο 
Βρήκατε το άρθο ενδιαφέρον:

Προηγούμενα άρθρα στην ενότητα Δίκαιo συμβάσεων

  • 09/09  "O Bill Gates θα ήταν άνεργος στην Ελλάδα";
    Το σημαντικό σε μια κοινωνία είναι να μπορεί να δίνει ευκαιρίες στους ταλαντούχους νέους. Ευκαιρίες όπως χρηματοδότηση, εφόδια και εμπιστοσύνη για να κάνουν την “τρελή τους ιδέα“ πράξη, επιχείρηση, και επιτυχία για τους ίδιους, την οικονομία, την κοινωνία. Γράφει η Νίκη Συροπούλου.
  • 16/07  Αναπροσαρμογή μισθώματος στην επαγγελματική μίσθωση
    Με Προεδρικό Διάταγμα η ελάχιστη διάρκεια της επαγγελματικής μίσθωσης καθορίστηκε στα 12 έτη, και μάλιστα κατά αναγκαστικό δίκαιο, δηλαδή υποχρεωτικά και για τους δύο συμβαλλόμενους, ακόμη και αν συμφωνήθηκε μεταξύ τους για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο.
  • 29/05  Καταγγελία ασφαλιστικής σύμβασης
    Η ασφαλιστική σύμβαση ενέχει εκ φύσης την ιδιαιτερότητα της εξάρτησής της από μία αίρεση, η πλήρωση της οποίας εντούτοις εξαρτάται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, από κάποια αντικειμενικά στοιχεία που είναι γνωστά κατά το χρόνο της κατάρτισής της και συνδέονται με το πρόσωπο του λήπτη της ασφάλισης.
  • 20/05  Κριτήρια καταχρηστικότητας γενικών όρων συναλλαγών
    Η ανάγκη προστασίας του μέσου καταναλωτή από τις έννομες συνέπειες που απορρέουν εκ της συμμετοχής του σε συμβάσεις με διαπραγματευτικά ισχυρότερους αντισυμβαλλομένους, στα πλαίσια των οποίων αναλαμβάνει υπέρμετρες αναλογικά υποχρεώσεις, είτε λόγω ελλιπούς γνώσης και επισφαλούς πληροφόρησης είτε λόγω της φύσης της σύμβασης, έχει αποτελέσει πεδίο όχι μόνο διακριτού νομοθετικού προβληματισμού αλλά και έντονης νομολογιακής απασχόλησης.
  • 20/02  Καθορισμός εγγύησης στη σύμβαση πώλησης
    Στη συναλλακτική πρακτική των συμβάσεων πώλησης η παροχή εγγύησης εκ μέρους του πωλητή, σε σχέση με τα προϊόντα που διαθέτει προς τον αγοραστή τους, δεν αποτελεί νόμιμη υποχρέωσή του, αλλά προσφέρεται οικειοθελώς προς τον αντισυμβαλλόμενό του.
  • 18/02  Εγκυρότητα ρητρών απαλλαγής από συμβατική ευθύνη
    Η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 361 του Αστικού Κώδικα, παρέχει τη δυνατότητα στους συμβαλλόμενους να διαπλάθουν ελεύθερα το περιεχόμενο των όρων της, εφόσον βεβαίως αυτοί δεν αντίκεινται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
  • 21/01  Η επίδραση των χρηστών ηθών στην ισχύ των δικαιοπραξιών
    Στα πλαίσια ισχύος της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, που θεμελιώνεται στο άρθρο 361 του Αστικού Κώδικα, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να καταρτίζουν τη μεταξύ τους σύμβαση με όποιο περιεχόμενο επιθυμούν, περιλαμβάνοντας σε αυτήν ακόμα και όρους που δεν είναι απόλυτα συνήθεις στις συναλλαγές.
  • 02/01  Συμβάσεις Δημοσίου με ιδιωτικούς φορείς
    Σύμβαση είναι η νομική πράξη, που καταρτίζεται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων δια της σύμπτωσης της δικαιοπρακτικής τους βούλησης, δηλαδή με συμφωνία ή ομοφωνία αυτής, και έχει ως αντικείμενο τη δημιουργία μιας νέας νομικής κατάστασης.
  • 19/12  Μεταβίβαση κυριότητας κινητών και ακινήτων
    Οι προϋποθέσεις της διεξαγωγής και, κυρίως, της νομότυπης ολοκλήρωσης της πώλησης διακρίνεται ουσιωδώς ανάλογα με τη φύση του μεταβιβαζόμενου πράγματος, δηλαδή από το αν αυτό είναι κινητό ή ακίνητο.
  • 17/11  Λόγοι λύσης εμπορικής μίσθωσης
    Η εμπορική μίσθωση ενέχει ως σύμβαση μια βασική ιδιαιτερότητα, καθώς η ομαλή της λειτουργία αποτελεί κριτήριο διακύβευσης όχι μιας απλής απαίτησης αλλά της ίδιας της επαγγελματικής υπόστασης του μισθωτή.
Επόμενη σελίδα »