Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2008 - 08:21 |
Απόκτηση Ιδίων Μετοχών από Α.Ε. |
|
Σε αντίθεση με τις προσωπικές εταιρείες, η ανώνυμη εταιρεία (ΑΕ), ως ακραιφνώς κεφαλαιουχική, ευθύνεται απέναντι στους εταιρικούς δανειστές μόνο μέχρι το ύψος του μετοχικού της κεφαλαίου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η εταιρική περιουσία, που αντιστοιχεί στο μετοχικό κεφάλαιο, παραμένει αποταμιευμένη, αλλά αντιθέτως χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της εταιρείας και υπόκειται στον επιχειρηματικό κίνδυνο.
Η διανομή ωστόσο της εταιρικής περιουσίας, υπό τη μορφή είτε της επιστροφής εισφορών είτε της διαθέσεως μη πραγματικά επιτευχθέντων κερδών, δεν επιτρέπεται ακόμη και αν συμφωνούν όλοι οι μέτοχοι. Πρόκειται κατ’ ουσία για λογιστική δέσμευση της εταιρικής περιουσίας, η οποία επιτυγχάνεται με την αναγραφή του μετοχικού κεφαλαίου στο παθητικό σκέλος του ισολογισμού της. Εντούτοις, μια περίπτωση έμμεσης επιστροφής εισφορών αποτελεί η απόκτηση από την εταιρεία δικών της (ιδίων) μετοχών. Προκειμένου δε να αποκτήσει η εταιρεία ίδιες μετοχές καταβάλλει στον μέχρι τότε μέτοχό της το αντίτιμό τους, στο οποίο περιλαμβάνεται και η αξία της εισφοράς του. Με τον τρόπο αυτό η εταιρική περιουσία μειώνεται χωρίς να υπάρχει όφελος για την εταιρεία. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η απόκτηση από την ΑΕ δικών της μετοχών επιτρέπεται μόνον υπό ιδιαίτερα αυστηρές προϋποθέσεις. Μια περίπτωση έμμεσης επιστροφής εισφορών αποτελεί η απόκτηση από την εταιρεία δικών της (ιδίων) μετοχών. Προκειμένου δε να αποκτήσει η εταιρεία ίδιες μετοχές καταβάλλει στον μέχρι τότε μέτοχό της το αντίτιμό τους, στο οποίο περιλαμβάνεται και η αξία της εισφοράς του.
Ο νόμος 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 3604/2007, προβλέπει ότι η εταιρεία μπορεί, η ίδια ή με πρόσωπο που ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό της, να αποκτήσει δικές της μετοχές, μόνο όμως μετά από έγκριση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων (ΓΣ), η οποία ορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις των προβλεπόμενων αποκτήσεων και, ιδίως, τον ανώτατο αριθμό μετοχών που είναι δυνατόν να αποκτηθούν, τη διάρκεια για την οποία χορηγείται η σχετική έγκριση (που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 24 μήνες) και, σε περίπτωση απόκτησης από επαχθή αιτία (πχ πώληση), τα κατώτατα και ανώτατα όρια της αξίας απόκτησης.Οι αποκτήσεις πραγματοποιούνται με ευθύνη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ), η δε ονομαστική αξία των αποκτώμενων μετοχών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 1/10 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου. Η απόκτηση μετοχών δεν επιτρέπεται επίσης να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων σε ποσό κατώτερο του αθροίσματος του μετοχικού κεφαλαίου και των μη διανεμομένων αποθεματικών. Δεν αποκλείεται μάλιστα η συναλλαγή να αφορά μόνο μετοχές που έχουν εξοφληθεί πλήρως. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η απόκτηση ιδίων μετοχών, η ονομαστική αξία των οποίων υπερβαίνει το 1/10 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, εφόσον οι μετοχές αυτές πρόκειται να διανεμηθούν από την εταιρεία στο προσωπικό της ή στο προσωπικό συνδεδεμένης με αυτήν εταιρείας και εφόσον η διανομή πραγματοποιηθεί εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δώδεκα (12) μηνών από τον χρόνο απόκτησης των μετοχών αυτών. Επιτρέπεται επίσης άνευ προϋποθέσεως η απόκτηση ιδίων μετοχών από την ΑΕ σε εκτέλεση απόφασης για μείωση του κεφαλαίου ή ως συνέπεια εξαγοράς μετοχών, καθώς και μετά από καθολική μεταβίβαση περιουσίας. Περαιτέρω, επιτρέπεται η απόκτηση ιδίων μετοχών, που έχουν αποπληρωθεί πλήρως, από χαριστική αιτία, καθώς και η απόκτηση ιδίων μετοχών από τράπεζες και άλλους πιστωτικούς οργανισμούς ως προμήθεια για αγορά. Επιπλέον επιτρέπεται η απόκτηση ιδίων μετοχών με βάση υποχρέωση που προκύπτει από το νόμο ή δικαστική απόφαση με σκοπό την προστασία των μειοψηφούντων μετόχων, κυρίως σε περίπτωση συγχώνευσης, αλλαγής του σκοπού ή της μορφής της εταιρείας, μεταφοράς της έδρας στο εξωτερικό ή επιβολής περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών, καθώς και η απόκτηση με σκοπό την ικανοποίηση υποχρεώσεων της εταιρείας από ανταλλάξιμο ομολογιακό δάνειο. Επιτρεπτή είναι και η απόκτηση ιδίων μετοχών που εξοφλήθηκαν πλήρως με πλειστηριασμό μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης, που πραγματοποιήθηκε για την ικανοποίηση αξίωσης της εταιρείας έναντι του κυρίου των μετοχών αυτών. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις η απόκτηση από την ΑΕ μετοχών της δεν επιτρέπεται να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων της σε ποσό κατώτερο του αθροίσματος του μετοχικού κεφαλαίου και των μη διανεμομένων αποθεματικών. Οι μετοχές που αποκτήθηκαν κατ’ εξαίρεση με έναν από τους παραπάνω τρόπους, πλην της μείωσης κεφαλαίου και της εξαγοράς, πρέπει να μεταβιβασθούν εντός προθεσμίας τριών (3) ετών το αργότερο από το χρόνο απόκτησής τους, εκτός αν η ονομαστική αξία τους δεν υπερβαίνει το 1/10 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου. Οι μετοχές που αποκτήθηκαν εξάλλου κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου πρέπει να μεταβιβασθούν εντός προθεσμίας ενός έτους από το χρόνο απόκτησής τους. Οι μετοχές που δεν μεταβιβάζονται μέσα στις προθεσμίες αυτές ακυρώνονται. Η ακύρωση αυτή γίνεται με μείωση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το αντίστοιχο ποσό με απόφαση της ΓΣ, η οποία λαμβάνεται με τη συνήθη απαρτία και πλειοψηφία. Σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης αυτής επιβάλλεται σε κάθε υπαίτιο μέλος του ΔΣ πρόστιμο ύψους 30.000 ευρώ. Η μεταβίβαση των μετοχών μπορεί να γίνει σε κάθε περίπτωση και μετά την πάροδο της προθεσμίας, το αργότερο μέχρι την ακύρωσή τους. Ο πρόσφατος Ν. 3604/2007 κατάργησε την ειδική περίπτωση απόκτησης μετοχών για στήριξη της χρηματιστηριακής αξίας, που δεν αποκλείεται να συνιστά χειραγώγηση της αγοράς. Περαιτέρω, διασάφησε το νομικό καθεστώς των ιδίων μετοχών. Συγκεκριμένα, τα δικαιώματα παράστασης στη ΓΣ και ψήφου που απορρέουν από τις μετοχές αυτές αναστέλλονται. Εξάλλου, οι μετοχές αυτές δεν υπολογίζονται για τον σχηματισμό απαρτίας, δηλαδή δεν υπολογίζονται στον αριθμητή του κλάσματος αλλά στον παρονομαστή του, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η επίτευξη απαρτίας, γεγονός που λειτουργεί ως αντικίνητρο για την κατοχή ιδίων μετοχών. Τα μερίσματα που αντιστοιχούν στις ίδιες μετοχές προσαυξάνουν αυτά των λοιπών μετόχων, ενώ το ίδιο συμβαίνει κατά κανόνα και με το δικαίωμα προτίμησης σε περίπτωση αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου. Τέλος, σε περίπτωση επιτρεπόμενης αναγραφής των ιδίων μετοχών στο ενεργητικό του ισολογισμού, η ΑΕ οφείλει να σχηματίζει και να διατηρεί ισόποσο αποθεματικό. |




Εκτύπωση
Αποθήκευση
Αποστολή
Μέγεθος 
