Η διάταξη του άρθρου 1022 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), που προβλέπει ότι κατάσχεση μπορεί να γίνει και σε περιουσιακά δικαιώματα τα οποία δεν μπορούν, κατά τη συνήθη διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1, 982 και 992του ίδιου νομοθετήματος να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης (υπό την προϋπόθεση όμως ότι επιτρέπεται η μεταβίβασή τους κατά το ουσιαστικό δίκαιο), τέθηκε με σκοπό τη διεύρυνση της δυνατότητας του δανειστή να ικανοποιήσει δια της αναγκαστικής εκτέλεσης τις εκκρεμείς χρηματικές απαιτήσεις του στην περίπτωση της ανώμαλης εξέλιξης μιας ενοχικής σχέσης.
Η διάταξη αυτή αναφέρει ρητώς ως τέτοια δικαιώματα αυτά της πνευματικής ιδιοκτησίας, της ευρεσιτεχνίας, της εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών και των απαιτήσεις τρίτων που εξαρτώνται από αντιπαροχή. Ένα ζήτημα ωστόσο με ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι αν στα δικαιώματα αυτά εντάσσονται και τα εταιρικά μερίδια προσωπικής εταιρείας ή Εταιρείας Περιωρισμένης Ευθύνης (Ε.Π.Ε.).
Σύμφωνα με τα άρθρα 760 και 761 του Αστικού Κώδικα, οι απαιτήσεις μεταξύ των εταίρων από την εταιρική σύμβαση δεν μεταβιβάζονται, ενώ, εωσότου τελειώσει η εκκαθάριση, οι εταίροι δεν μπορούν να διαθέσουν το μερίδιό τους επί των εταιρικών πραγμάτων. Συνεπώς, στις προσωπικές εταιρείες, όπως η ομόρρυθμη και ετερόρρυθμη, δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση της εταιρικής μερίδας.
Από τη ρύθμιση αυτή παρέπεται, ότι η εταιρική μερίδα δεν υπόκειται ούτε σε κατάσχεση, διότι διαφορετικά θα ήταν δυνατή η πρακτική καταστρατήγηση των δύο παραπάνω διατάξεων. Σε αρμονία εξάλλου με τις διατάξεις αυτές κινούνται και εκείνες των άρθρων 42, 43 και 44 του Εμπορικού Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες για τη μεταβίβαση εταιρικής μερίδας, που συνιστά αλλαγή εταίρου, είναι αναγκαία και η συναίνεση των λοιπών εταίρων, η σύνταξη συναφούς εγγράφου καθώς και η καταχώρησή του στο οικείο βιβλίο του Πρωτοδικείου. Σε διαφορετική περίπτωση επέρχεται ακυρότητα (ΑΚ 174), η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί χωρίς την τήρηση των ίδιων διατυπώσεων.
Άλλωστε στις προσωπικές εταιρείες η ιδιότητα της εταιρικής μερίδας συμπίπτει με την εταιρική ιδιότητα και είναι φανερό ότι ο νομοθέτης δεν θα μπορούσε να αποσκοπεί στην κατάσχεση της εταιρικής ιδιότητας. Σκοπός της απαγόρευσης αυτής είναι η προστασία των εταίρων από την ανάμειξη τρίτων προσώπων στις εταιρικές υποθέσεις, που τις διακρίνει ο στενός εταιρικός δεσμός.
Είναι εμφανής άλλωστε η διάκριση που γίνεται από το νομοθέτη, αφού από την πιο πάνω ρύθμιση αποκλείονται οι κεφαλαιουχικές εταιρείες, ενώ στην περίπτωση των Ε.Π.Ε., όπου το προσωπικό στοιχείο συμπλέει με τον κεφαλαιουχικό χαρακτήρα, η κατάσχεση επιτρέπεται με ρητή διάταξη (άρθρο 30 ν. 3190/55).
Συνεπώς, τα εταιρικά μερίδια Ε.Π.Ε. μπορούν να κατασχεθούν σύμφωνα με το παραπάνω άρθρο από τους ατομικούς δανειστές του εταίρου στον οποίον ανήκουν. Η κατάσχεση διατάσσεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 1023 ΚΠολΔ). Η σχετική αίτηση υποβάλλεται από εκείνον ο οποίος νομιμοποιείται στην επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης, δηλαδή από εκείνον που έχει χρηματική απαίτηση κατά του οφειλέτη εταίρου, εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο (όπως δικαστική απόφαση που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή και έχει περιαφθεί τον εκτελεστήριο τύπο) και ο οποίος έχει επιδώσει στον οφειλέτη την επιταγή προς πληρωμή. Εξάλλου, δεδομένου ότι η κατάσχεση ειδικών περιουσιακών δικαιωμάτων είναι μέσο εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, έχουν εφαρμογή σ΄ αυτήν οι γενικές για την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΚΠολΔ.
Ωστόσο το Δικαστήριο μπορεί να μην επιτρέψει την κατάσχεση των εταιρικών μεριδίων με βάση τη διάταξη του άρθρου 1023 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κρίνει ότι είναι δύσκολο να γίνει η αναγκαστική εκτέλεση ή ότι το αποτέλεσμα της θα είναι ασύμφορο. Αυτό συμβαίνει όταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα είναι δυσχερής για την αξιοποίηση του δικαιώματος του δανειστή ή όταν η ενέργεια της είναι ασύμφορη κατ΄ αποτέλεσμα, δηλαδή δεν θα επιφέρει την εν όλω ή εν μέρει ικανοποίηση του δανειστή, αφού ληφθεί υπόψη και η προσβολή ή η θυσία του οφειλέτη.
Στις περιπτώσεις αυτές δεν εντάσσεται αυτή κατά την οποία η πραγματική αξία των εταιρικών μεριδίων είναι μεγαλύτερη από την ονομαστική, αφού η διαφορά αυτή σημαίνει ότι η ΕΠΕ είναι κερδοφόρος, και ως εκ τούτου η εκποίηση των εταιρικών μεριδίων με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό αποτελεί πρόσφορο τρόπο αξιοποίησής τους, υπό την έννοια της βέβαιης προσέλευσης τρίτων ενδιαφερόμενων προκειμένου να πλειοδοτήσουν για την απόκτηση των υπό κατάσχεση μεριδίων.
Συνεπώς καθίσταται πρόδηλο, ότι η διαδικασία αυτή δεν εναρμονίζεται με εκείνη της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς με τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικά καθιερώνεται η απαγόρευση της μεταβίβασης της εταιρικής μερίδας προσωπικής εταιρείας.
Συνεπώς καθίσταται πρόδηλο, ότι η διαδικασία αυτή δεν εναρμονίζεται με εκείνη της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς με τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικά καθιερώνεται η απαγόρευση της μεταβίβασης της εταιρικής μερίδας προσωπικής εταιρείας. Ευλόγως δε, διότι ο νομοθέτης, κατανοώντας την αναγκαιότητα της ύπαρξης σχέσης εμπιστοσύνης για την ομαλή λειτουργία της εταιρείας, δεν μπορεί να επιτρέψει τη διάθεση, είτε εκουσίως είτε αναγκαστικώς, χωρίς τη συναίνεση των λοιπών εταίρων.