Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2008 - 09:46 |
Κοινοπραξία και ικανότητα δικαστικής παράστασης |
|
Οι ενώσεις πρόσωπων, και δη οι εταιρικές ενώσεις, επιδιώκουν συνήθως την επίτευξη των στόχων τους σε διαρκή βάση, γι’ αυτό άλλωστε και ο καθορισμός της διάρκειάς τους διακρίνεται από κάποια χρονική προοπτική. Υπάρχουν ωστόσο περιπτώσεις, όπου η επικείμενη δράση μιας ένωσης προσώπων τελεί σε αποκλειστική συνάφεια με ένα συγκεκριμένο έργο, οπότε και ο επιδιωκόμενος σκοπός της δεν είναι εκ των πραγμάτων διαρκής αλλά αυτοτελώς πεπερασμένος.
Πρόκειται για τις λεγόμενες Κοινοπραξίες, δηλαδή τις ενώσεις φυσικών ή νομικών προσώπων, με τις οποίες επιδιώκεται με κοινά μέσα κοινός αλλά μεμονωμένος σκοπός. Ανάλογα δε με την εμπορικότητα ή μη του σκοπού της, η Κοινοπραξία (για την σύσταση της οποίας απαιτείται έγγραφο, αρκούντος του ιδιωτικού), μπορεί να λάβει την μορφή της αστικής ή εμπορικής εταιρείας. Έτσι μια Κοινοπραξία αντιμετωπίζεται ως αστική εταιρεία, αν από τη φύση και το σκοπό της δε συνάγεται εμπορικότητα, οπότε και διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 741 επόμενα). Αντιθέτως μια Κοινοπραξία θεωρείται εμπορική, όταν ο σκοπός της συνίσταται στην άσκηση κατά συνήθεια εμπορικών πράξεων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η Κοινοπραξία εμπίπτει στο πεδίο του εμπορικού δικαίου και ειδικότερα στις διατάξεις που αφορούν τον συγκεκριμένο εταιρικό τύπο στον οποίο θα κριθεί ότι πρέπει να υπαχθεί, ανάλογα με τον τρόπο δια του οποίου εμφανίζεται στις συναλλαγές της. Και αυτό, διότι το εμπορικό δίκαιο δεν προβλέπει την Κοινοπραξία ως ιδιαίτερο τύπο εταιρείας, πράγμα που σημαίνει ότι οι κανόνες που διέπουν τη δράση της θα πρέπει να αναζητηθούν και να εφαρμοστούν αναλογικά σε σχέση με τους εταιρικούς τύπους που αναγνωρίζονται διακριτά από το εμπορικό δίκαιο. Η υπαγωγή της Κοινοπραξίας σε ένα από τους προβλεπόμενους εταιρικούς τύπους, υπαγορεύεται από την αρχή του κλειστού αριθμού των εταιρειών του εμπορικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία αποκλείεται η υιοθέτηση άλλου τύπου εταιρείας, διαφορετικού από εκείνους που αναγνωρίζονται από το εμπορικό δίκαιο, για λόγους που συνδέονται με την προστασία των τρίτων και γενικότερα με την ασφάλεια των συναλλαγών. Κατά συνέπεια, η Κοινοπραξία, εάν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις σύνταξης εγγράφου και δημοσιότητας που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 39, 42, 43 και 44 του Εμπορικού Νόμου, μπορεί να έχει χαρακτήρα είτε αφανούς εταιρείας, με εμφανή εταίρο ένα εκ των μελών της, φυσικών ή νομικών προσώπων, η οποία προσομοιάζει με ετερόρρυθμη εταιρεία με μόνο τον εμφανή εταίρο απεριορίστως ευθυνόμενο, είτε ομόρρυθμης εν τοις πράγμασι εταιρείας, οπότε τα μέλη αυτής θα ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις της. Η Κοινοπραξία, ως εμπορική εταιρεία με τις ως άνω μορφές, αποτελεί απλή ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα. Ενόψει του γεγονότος αυτού, ένα ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος είναι, αν αυτές οι ενώσεις προσώπων έχουν τη δικονομικού χαρακτήρα ικανότητα να ενάγουν ή να ενάγονται και αντίστοιχα να νομιμοποιούνται να ενάγουν ή να ενάγονται ως προς τα ουσιαστικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των φυσικών ή νομικών προσώπων που είναι μέλη τους. Σύμφωνα με το άρθρο 62 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Οι ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι σύμφωνα με το εδάφιο 2 του παραπάνω άρθρου. Συνεπώς η ικανότητα του διαδίκου ρυθμίζεται σε άμεση συνάφεια με το ουσιαστικό δίκαιο, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται η ικανότητα του διαδίκου σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων και των εταιρειών που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 64 παρ. 3 ΚΠολΔ, μπορούν να παρίστανται στο Δικαστήριο με τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεων τους. Συνεπώς η Κοινοπραξία μπορεί να είναι διάδικος και να παρίσταται στο Δικαστήριο, με τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών της, άλλως με τα πρόσωπα που την αντιπροσωπεύουν στις συναλλακτικές σχέσεις της. Η δυνατότητα αυτή ωστόσο δεν συνεπάγεται, ότι η Κοινοπραξία έχει εφεξής την ικανότητα αποκλειστικά αυτή και μόνη να είναι διάδικος και όχι και τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που τη συναποτελούν. Νομολογιακά ωστόσο έχει διατυπωθεί και η άποψη ότι η Κοινοπραξία δεν μπορεί να είναι υποκείμενο δίκης. Ειδικότερα, αφετηρία της σκέψης αυτής είναι, ότι απαραίτητο στοιχείο για την σύσταση νομικής προσωπικότητας είναι η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας που ορίζονται κάθε φορά στο νόμο, και δη αυτών που προβλέπονται στο άρθρο 42 του Εμπορικού Νόμου για την ομόρρυθμη εταιρεία, η μη τήρηση των οποίων δεν μπορεί να αναπληρωθεί ούτε από τη δημόσια άσκηση εμπορικής δραστηριότητας. Επομένως, σύμφωνα με την άποψη αυτή, η Κοινοπραξία για την οποία δεν τηρηθήκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας, δεν αποκτά νομική προσωπικότητα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 61 και 34 ΑΚ, με αποτέλεσμα να νομιμοποιούνται να ενάγουν ή να εναχθούν μόνο τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι μέλη της και όχι αυτοτελώς και η ίδια. |




Εκτύπωση
Αποθήκευση
Αποστολή
Μέγεθος 
