Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2008 - 09:50 |
Η ανώνυμη εταιρεία δεν συμβάλλεται με τους διοικητές της |
|
Το διοικητικό συμβούλιο μιας ανώνυμης εταιρείας είναι το συλλογικό όργανο που εκφράζει τη βούληση της στις προς έξω σχέσεις της, καθώς είναι επιφορτισμένο τόσο με τη διαχείριση όσο και με την εκπροσώπησή της. Μάλιστα, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στις προσωπικές εταιρείες, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης δεν είναι αναγκαίο να αποτελείται από μέλη της εταιρείας, αλλά μπορεί να απαρτίζεται εξ ολοκλήρου από τρίτα πρόσωπα.
Το διοικητικό συμβούλιο δηλαδή διοικεί κατ’ ουσίαν ξένη περιουσία, γεγονός που οδήγησε το νομοθέτη στην υιοθέτηση ειδικών ρυθμίσεων σε σχέση με τον έλεγχο και την ευθύνη των μελών του. Προς την κατεύθυνση αυτή κινούνται και οι διατάξεις που εισάγουν περιορισμούς στην ελευθερία των μελών του διοικητικού συμβουλίου να συνάπτουν συμβάσεις με την ίδια την εταιρεία, καθώς στις περιπτώσεις αυτές ο κίνδυνος καταχρήσεων και πρόταξης του προσωπικού τους συμφέροντος σε βάρος του εταιρικού καθίσταται ιδιαίτερα ορατός. Το θέμα των συμβάσεων της ανώνυμης εταιρείας με μέλη του διοικητικού της συμβουλίου ρυθμίζεται από το άρθρο 23α του Ν.2190/1920, όπως αυτό αναμορφώθηκε με τον πρόσφατο νόμο 3604/2007. Οι απαγορεύσεις του νόμου δεν αφορούν μόνο τους διοικητές της εταιρείας, αλλά και τα πρόσωπα που ασκούν τον έλεγχο επί αυτής, τους συζύγους και τους συγγενείς τους εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και τρίτου βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους ανωτέρω. Μάλιστα το καταστατικό μπορεί να επεκτείνει τις απαγορεύσεις αυτές και σε άλλα πρόσωπα, όπως, ιδίως, στους γενικούς διευθυντές της εταιρείας. Η τελευταία αυτή νεοεισαχθείσα διάταξη, ενέχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι διευθύνοντες υπάλληλοι, αν και δεν είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ασκούν εντούτοις διαχειριστικές και εκπροσωπευτικές εξουσίες, με αποτέλεσμα να προκύπτουν και ως προς αυτούς οι ίδιοι κίνδυνοι κατάχρησης που προκύπτουν και σε σχέση με τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Η αυστηρότερη απαγόρευση του νόμου αφορά την σύναψη δανείων και την παροχή πιστώσεων. Συγκεκριμένα, απαγορεύεται στην εταιρεία να παρέχει δάνεια ή πιστώσεις με οποιονδήποτε τρόπο στα ανωτέρω πρόσωπα, η παράβαση δε της διάταξης αυτής, επιφέρει την απόλυτη ακυρότητα της συγκεκριμένης σύμβασης. Η παροχή εγγυήσεων ή ασφαλειών υπέρ των ανωτέρω προσώπων σε τρίτους απαγορεύεται καταρχήν, αλλά όχι ανεξαιρέτως. Η παροχή εγγυήσεων ή ασφαλειών είναι επιτρεπτή μόνο με άδεια της γενικής συνέλευσης, η οποία δεν παρέχεται εφόσον αντιταχθούν μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/10 του εκπροσωπούμενου σε αυτήν μετοχικού κεφαλαίου ή το 1/20, αν πρόκειται για εταιρείες με μετοχές εισηγμένες στο χρηματιστήριο. Η άδεια της γενικής συνέλευσης, που πρέπει να περιέχει τα βασικά στοιχεία της εγγύησης ή της ασφάλειας και υπόκειται σε διατυπώσεις δημοσιότητας, χορηγείται μόνον εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το νόμο προϋποθέσεις, για τη συνδρομή των οποίων υποβάλλεται στη γενική συνέλευση έκθεση του διοικητικού συμβουλίου. Οι παραπάνω απαγορεύσεις δεν εφαρμόζονται όμως στις ειδικές περιπτώσεις παροχής δανείων κ.λπ. από πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα. Αντίθετα, η σύναψη άλλων, μη πιστωτικών, συμβάσεων της εταιρείας με τα ανωτέρω πρόσωπα είναι έγκυρη, εφόσον έχει χορηγηθεί ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης και δεν έχουν προβληθεί αντιρρήσεις από μετόχους που εκπροσωπούν τουλάχιστον το 1/3 του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου. Μάλιστα, η άδεια της γενικής συνέλευσης δεν απαιτείται καν, αν πρόκειται για πράξεις που βρίσκονται εντός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τρίτους, ενώ μπορεί να παρασχεθεί και μετά τη σύναψη της σύμβασης, εκτός αν αντιτάχθηκαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1/20 του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου. Η τελευταία αυτή διάταξη, προϊόν της πρόσφατης μεταρρύθμισης του δικαίου των ανωνύμων εταιριών, προβλέπει μεν τη δυνατότητα εκ των υστέρων έγκρισης ήδη συναφθείσας σύμβασης, παρέχει ωστόσο τη δυνατότητα σε μειοψηφία εκπροσωπούσα ιδιαιτέρως μικρό ποσοστό επί του κεφαλαίου να ματαιώσει την έγκριση αυτή. Αξιοσημείωτο είναι, ότι οι απαγορεύσεις του νόμου αφορούν συμβάσεις που συνάπτουν τα ανωτέρω πρόσωπα όχι μόνο με την εταιρεία, αλλά και με νομικά πρόσωπα ελεγχόμενα από αυτήν ή με ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρείες, στις οποίες ομόρρυθμος εταίρος είναι η ίδια η εταιρεία. Στην περίπτωση της μονοπρόσωπης ανώνυμης ωστόσο, δεν απαγορεύεται η σύμβαση του μοναδικού εταίρου ως διαχειριστή-εκπροσώπου της εταιρείας με τον εαυτό του προσωπικά, επιβάλλεται όμως οι συμβάσεις που υπερβαίνουν τα όρια των τρεχουσών συναλλαγών να καταχωρίζονται στα πρακτικά της γενικής συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου ή να καταρτίζονται εγγράφως επί ποινή ακυρότητας. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να αγνοήσει κανείς την τελολογία της διάταξης του άρθρου 23α, η οποία αποσκοπεί στην προστασία της εταιρείας και της μειοψηφίας των μετόχων από τυχόν καταχρήσεις των διοικητών. Παρά, λοιπόν, το ανελαστικό γράμμα της διάταξης αυτής, θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι οι προαναφερθείσες απαγορεύσεις αφορούν συμβάσεις δυσμενείς για την εταιρεία. Αν αντιθέτως η εταιρεία όχι μόνο δεν ζημιώθηκε αλλά ωφελήθηκε από συγκεκριμένη σύμβαση, ειδικά όταν με την σύναψή της απετράπη η περιέλευση της σε πτώχευσή, η απαγόρευση όχι μόνο στερείται νοήματος, αλλά οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, η επίκληση από την εταιρεία της ακυρότητας της σύμβασης με μέλος του διοικητικού της συμβουλίου που απέβη επωφελής γι’ αυτήν, μπορεί να αντικρουσθεί ως καταχρηστική με βάση το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα. |




Εκτύπωση
Αποθήκευση
Αποστολή
Μέγεθος 
