Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008 - 09:49 |
Η υποχρέωση πίστης των εταίρων |
|
Οι προσωπικές εταιρείες, από την ίδια τους τη φύση, δεν συνιστούν απλώς ένα νομικό γεγονός, που απορρέει από μία τυπική σύμβαση. Η απώτερη γενεσιουργός αιτία τους εδράζεται σε μία σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των ιδρυτών, και εν γένει των μελών τους, η οποία διαρρέεται από την αρχή της καλής πίστης, ως αναγκαίου παράγοντα για την επίτευξη του κοινώς επιδιωκόμενου σκοπού αλλά και την ρύθμιση των εσωτερικών σχέσεων των εταίρων.
Οι εταίροι δηλαδή περιβάλλονται ως προς τις μεταξύ τους σχέσεις από υποχρέωση πίστης, με βάση την οποίαν είναι υποχρεωμένοι να διαφυλάσσουν τα συμφέροντα της εταιρείας και των συνεταίρων τους και να συμβάλλουν υπεύθυνα στην προώθηση του εταιρικού σκοπού. Επιπροσθέτως όμως, η έννοια της υποχρέωσης πίστης καταλαμβάνει και κάθε πράξη των εταίρων η οποία θα μπορούσε να παραβλάψει τα συμφέροντα αυτά και να πλήξει την προοπτική και την ίδια την υπόσταση της εταιρείας. Η διάταξη του άρθρου 747 του Αστικού Κώδικα ορίζει, ότι «ο εταίρος δεν δικαιούται να ενεργεί για δικό του ή ξένο λογαριασμό πράξεις αντίθετεςμε τα συμφέροντα της εταιρίας». Στα πλαίσια αυτά, κάθε εταίρος υποχρεούται να απέχει από κάθε πράξη ή παράλειψη που αντίκειται στα εταιρικά συμφέροντα, και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν την ενεργεί για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου προσώπου (πχ ανταγωνιστή της εταιρείας).Επίσης αδιάφορο είναι αν η πράξη ή παράλειψη αυτή είναι, όντως, πρόσφορη να επιφέρει ζημία στην εταιρεία, καθώς και αν ο παραβαίνων την υποχρέωση πίστης εταίρος βαρύνεται με υπαιτιότητα ή όχι. Η απαγόρευση αυτή ισχύει για όλη την διάρκεια της παραγωγικής ζωής της εταιρείας, επεκτείνεται όμως (τουλάχιστον καταρχήν) και στο χρόνο μετά τη λύση της, μέχρι και το τέλος του σταδίου της εκκαθάρισης, οπότε και «εξαϋλώνεται» οριστικά ο εταιρικός δεσμός. Οι πράξεις που καταλαμβάνονται από το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 747 ΑΚ, κρίνονται από το σύνολο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της συγκεκριμένης εταιρείας, και πρωτευόντως από τον πραγματικά επιδιωκόμενο σκοπό της. Ωστόσο, πράξεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως καταρχήν απαγορευμένες είναι η ιδιόχρηση της εταιρικής περιουσίας, η επιδίωξη ατομικών οικονομικών ωφελειών από την εταιρική δραστηριότητα, η παράλειψη γνωστοποίησης στην εταιρεία σημαντικών πληροφοριών και η άσκηση του δικαιώματος ψήφου σε βλάβη του εταιρικού σκοπού. Η παράβαση της υποχρέωσης πίστης νομιμοποιεί την εταιρεία να εγείρει κατά του εταίρου «αγωγή επί παραλείψει». Ο παραβαίνων εταίρος δεν υποχρεούται όμως να προβεί στην κάλυψη των ζημιών που προξένησε στην εταιρεία, εκτός κι αν αποδειχτεί ότι βαρύνεται με υπαιτιότητα.
Η παράβαση της υποχρέωσης πίστης νομιμοποιεί την εταιρεία να εγείρει κατά του εταίρου «αγωγή επί παραλείψει».Ο παραβαίνων εταίρος δεν υποχρεούται όμως να προβεί στην κάλυψη των ζημιών που προξένησε στην εταιρεία, εκτός κι αν αποδειχτεί ότι βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι το άρθρο 747 ΑΚ δεν προβλέπει αντικειμενική ευθύνη για την παράνομη συμπεριφορά του. Αντίθετα, υποχρεούται σε παύση της παράβασης και παράλειψή της για το μέλλον, έστω και αν ενέργησε ανυπαίτια.Περιπτωσιολογικά, βαρύνουσα σημασία ενέχουν δύο ειδικότερες μορφές παράβασης της υποχρέωσης πίστης, που ουσιαστικά αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η υποχρέωση εχεμύθειας και η παράλειψη πράξεων ανταγωνισμού. Στα πλαίσια της πρώτης, κάθε εταίρος υποχρεούται να μην κοινοποιεί εταιρικά απόρρητα σε τρίτα πρόσωπα, πολύ περισσότερο αν αυτά δρουν ανταγωνιστικά σε σχέση με τον σκοπό της εταιρείας. Εξάλλου, με βάση την υποχρέωση πίστης, απαγορεύεται παντελώς η προπαρασκευή και η διενέργεια ανταγωνιστικών πράξεων σε βάρος της εταιρείας, δηλαδή πράξεων που είναι όμοιες με εκείνες που εμπίπτουν στο περιεχόμενο του εταιρικού σκοπού, όπως επίσης και η συμμετοχή του εταίρου σε ανταγωνιστική εταιρεία, ιδίως με την ιδιότητα του ομόρρυθμου εταίρου ή του μέλους του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης ή του διαχειριστή Ε.Π.Ε. Δεν αποκλείεται μάλιστα να συμφωνηθεί μεταξύ των εταίρων η δέσμευση τους να απέχουν από κάθε πράξη ανταγωνισμού και για ορισμένο χρόνο μετά τη λύση της εταιρείας. Ο περιορισμός αυτός είναι επιτρεπτός, εφόσον απορρέει από έγκυρη συμφωνία, που δεν έρχεται σε αντίθεση με το νόμο και ιδιαίτερα με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, με τις οποίες απαγορεύεται η υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του προσώπου. Συνεπώς, το κύρος μιας τέτοιας ρήτρας περί αποφυγής μελλοντικού ανταγωνισμού εξαρτάται από την οριζόμενη (μετά τη λύση της εταιρείας) διάρκειά της, την τοπική της έκταση και την αναγορευθείσα επαγγελματική δραστηριότητα. Ωστόσο, ο βαθμός δέσμευσης των εταίρων από την υποχρέωση πίστης λειτουργεί και αντιστρόφως, καθώς, κατά την ορθότερη γνώμη, η διάταξη του 747 ΑΚ έχει ενδοτικό χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει ότι δεν αποκλείονται οι συμφωνίες που περιορίζουν την εφαρμογή της (π.χ. αίρουν την απαγόρευση ανταγωνισμού). Ακόμα όμως και αυτές οι συμφωνίες συναντούν το απώτερο όριό τους στον πυρήνα του εταιρικού σκοπού, πράγμα που σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται να αίρουν πλήρως την υποχρέωση των εταίρων για την προώθηση του. |




Εκτύπωση
Αποθήκευση
Αποστολή
Μέγεθος 
