Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 06-Ιαν-2019 09:02

    Μια χρονιά σημαντικών εκλογικών δοκιμασιών στον πλανήτη

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Μια χρονιά σημαντικών εκλογικών δοκιμασιών στον πλανήτη

    Του Κώστα Ράπτη

    Οι κάλπες που θα έχουν τον ισχυρότερο διεθνή αντίκτυπο. 

    Το εκλογικό ημερολόγιο της Γερμανίας επιβάλλει εσωστρέφεια

    To 2019 βρίσκει τη γαλλογερμανική σχέση, η οποία αποτελεί και την πολιτική "ατμομηχανή" της Ε.Ε., σε κατάσταση μετέωρη. Για τον απλούστατο λόγο ότι Άνγκελα Μέρκελ και Εμανουέλ Μακρόν δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν ο ένας για τον άλλο αν στο τέλος της χρονιάς θα βρίσκεται ακόμη στα πράγματα και πόση ισχύ θα διαθέτει. Η ταυτόχρονη εσωτερική αποδυνάμωση των ηγετών των δύο μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωζώνης δεν προδιαθέτει για τολμηρές πρωτοβουλίες και ισχυρές δεσμεύσεις.

    Ήδη αυτό ήταν γνωστό για τη Γερμανίδα καγκελάριο η οποία διήλθε το 2018 προσπαθώντας αρχικά να σχηματίσει τον νέο της κυβερνητικό συνασπισμό και αμέσως μετά να κατευνάσει τις αλλεπάλληλες εσωτερικές τριβές που τον ταλαιπώρησαν, με πρωτοβουλία κυρίως των Βαυαρών Χριστιανοκοινωνιστών. Η κατάληξη ήταν η διπλή ήττα στις φθινοπωρινές εκλογές της Βαυαρίας και της Έσσης, που υποχρέωσαν τη Μέρκελ να παραδώσει την ηγεσία του κόμματός της στην Άνεγκρετ Κραμπ-Καρενμπάουερ και να προαναγγείλει την αποχώρησή της από την πολιτική στο τέλος της τρέχουσας θητείας της.

    Όμως οι προηγούμενοι μήνες ήρθαν αίφνης να αναδείξουν το πόσο ευάλωτος είναι από την άλλη πλευρά του Ρήνου και ο Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος είδε αρχικά να πλήττεται το κύρος του από την υπόθεση Μπεναλλά (την εμπλοκή του σωματοφύλακά του σε ξυλοδαρμό διαδηλωτών), κατόπιν να εγκαταλείπεται από τον δημοφιλή υπουργό Περιβάλλοντος και τον έμπειρο υπουργό Εσωτερικών και εντέλει να τίθεται στο στόχαστρο του πρωτοφανούς κινήματος των "κίτρινων γιλέκων" που τον υποχρέωσε και σε δημοσιονομικές παραχωρήσεις.

    Η βεβαιότητα της γερμανικής πλευράς ότι οι προτάσεις του Γάλλου προέδρου μπορούν να αγνοούνται ευγενικά, στον βαθμό που ο Εμανουέλ Μακρόν είναι "δεδομένος", έδωσε τη θέση της σε μια δυσάρεστη αφύπνιση.

    Αλλά και το Παρίσι δεν μπορεί να ξέρει τι να περιμένει φέτος από τους συνομιλητές του, καθώς το πολιτικό τους ημερολόγιο εξακολουθεί να επιβάλλει στάση αναμονής. Οι ευρωεκλογές του Μαΐου συμπίπτουν με τη διενέργεια εκλογών στο οικονομικά δοκιμαζόμενο κρατίδιο της Βρέμης και δημοτικών εκλογών σε Αμβούργο, Βάδη-Βυρτεμβέργη, Βρανδεμβούργο, Ρηνανία-Παλατινάτο, Σαξονία, Θουριγγία, Σαξονία-Άνχαλτ, Ζάαρλαντ και Μεκλεμβούργο.

    Και σαν να μην ήταν αυτό αρκετό, ακολουθούν οι εκλογές για την ανάδειξη νέων κυβερνήσεων στα κρατίδια της Σαξωνίας και του Βρανδεμβούργου την 1η Σεπτεμβρίου και της Θουριγγίας στις 27 Οκτωβρίου.

    Είναι αμφίβολο αν σε αυτό το τοπίο, η Άνγκελα Μέρκελ θα καταφέρει να συνεχίσει απερίσπαστη τη θητεία της στην καγκελαρία, που καλώς εχόντων λήγει το 2021. Το γεγονός ότι το ενδιαφέρον στρέφεται σε ανατολικογερμανικά κρατίδια αποξενωμένα σε σημαντικό βαθμό από την υπόλοιπη χώρα, όπου η ακροδεξιά "Εναλλακτική για τη Γερμανία" διαθέτει ισχυρή παρουσία, δεν επιτρέπει αισιοδοξία. Ούτε, άλλωστε, οι αντοχές των συγκυβερνώντων Σοσιαλδημοκρατών μπορούν να προσδιορισθούν εκ των προτέρων.

    Η Κραμπ-Καρενμπάουερ αποτελεί προς το παρόν "απροσδιόριστο πολιτικό μέγεθος", όμως σύντομα θα πρέπει να ανοίξει τα χαρτιά της. Σε κάθε περίπτωση, η Γερμανία δεν προβλέπεται να ξεφύγει από την εσωστρέφεια, ενώ ο ευρωσκεπτικισμός αναμένεται να κερδίσει έδαφος.

    Ο Ερντογάν δίνει τη μάχη των μεγάλων πόλεων

    Με την έλευση του νέου έτους άρχισε και επίσημα η προεκλογική περίοδος για τις δημοτικές εκλογές της Τουρκίας, οι οποίες θα διεξαχθούν στις 31 Μαρτίου. Ήδη την Τετάρτη η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή προχώρησε σε ανακήρυξη υποψηφιοτήτων, με τις μεγάλες πόλεις να συγκεντρώνουν ασφαλώς το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

    Είναι μια ιδιομορφία της κυριαρχίας του Ταγίπ Ερντογάν στη γείτονα το γεγονός ότι συνδυάζει μιαν όλο και πιο αυταρχική επιβολή από τη μία πλευρά, αλλά και αλλεπάλληλες εκλογικές δοκιμασίες νομιμοποίησης, που του επιτρέπουν να μιλά στο όνομα μιας διαπιστωμένης πλειοψηφίας. Με αυτή την έννοια, η Τουρκία βρίσκεται λίγο έως πολύ σε μια διαρκή προεκλογική περίοδο, καθώς τις δημοτικές και τις προεδρικές εκλογές του 2014 διαδέχθηκαν οι διπλές βουλευτικές εκλογές του 2015, το δημοψήφισμα του 2017 και οι νέες προεδρικές εκλογές του 2018, οι πρώτες με βάση το αναθεωρημένο Σύνταγμα που μετέτρεψε το πολίτευμα σε προεδρικό.

    Η διαρκής αυτή φυγή προς τα εμπρός του ισχυρού άνδρα της Άγκυρας εκτυλίσσεται, εν μέσω των απειλών ασφαλείας που φέρνει η συριακή κρίση και η αναζωπύρωση του Κουρδικού, αλλά και της οικονομικής αστάθειας που πέρσι πήρε τη μορφή οξείας συναλλαγματικής κρίσης. Ο Ερντογάν πορεύεται πάντοτε παίζοντας το χαρτί της πόλωσης, με συχνά εναλλασσόμενες διαχωριστικές γραμμές και συμμαχίες – όμως από το δημοψήφισμα και εξής τα δείγματα είναι σαφή: το εκλογικό του μπλοκ παρουσιάζει ρωγμές, ιδίως στην Άγκυρα και στην Κωνσταντινούπολη.

    Εξού και οι προερχόμενοι από το κόμμα του δήμαρχοι των πόλεων αυτών εξωθήθηκαν το προηγούμενο διάστημα σε παραίτηση, ενώ για τις επικείμενες δημοτικές εκλογές επιστρατεύονται "βαριά" ονόματα.

    Τον μητροπολιτικό δήμο της Κωνσταντινούπολης, από την οποία ξεκίνησε ως δήμαρχος την πολιτική του διαδρομή ο ίδιος ο Ερντογάν, πρόκειται να διεκδικήσει ο πρώην πρωθυπουργός, νυν πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης και εν γένει άνθρωπος "ειδικών αποστολών" Μπιναλί Γιλντιρίμ, στην τουρκική πρωτεύουσα θα θέσει υποψηφιότητα ο Μεχμέτ Οζχασεκί, αντιπρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος και πρώην υπουργός Περιβάλλοντος, ενώ στη Σμύρνη, παραδοσιακό προπύργιο της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατεβαίνει ο πρώην υπουργός Οικονομίας Νιχάτ Ζεϊμπεκτσί.

    Το στοίχημα είναι για τον Ερντογάν μεγάλο – καθώς αναμετριέται, και δη σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, με το 45% των ψήφων που είχε συγκεντρώσει το κόμμα του στις δημοτικές εκλογές του 2014. Επιπλέον η συμμαχία του με τους Εθνικιστές του Ντεβλέτ Μπαχτσελί δοκιμάζεται: ήδη ένα μέλος τους αποτελεί τον υποψήφιο της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Άγκυρα.

    Το ευρωπαϊκό ραντεβού των λαϊκιστών

    Τις προηγούμενες φορές το κύριο ερώτημα σχετικά με τις ευρωεκλογές ήταν πόσο χαμηλότερα θα οδηγήσει το ποσοστό συμμετοχής η αδιαφορία των ψηφοφόρων για τα ευρωπαϊκά πράγματα και ποια πολιτική οικογένεια θα κατακτήσει την πρωτιά ώστε να διεκδικήσει τη μερίδα του λέοντος στα κοινοτικά αξιώματα.

    Όμως από τις ευρωεκλογές του φετινού Μαΐου προεξοφλείται ότι θα προκύψει ένα τοπίο τόσο κατακερματισμένο που θα δεν επιτρέπει εύκολη συγκρότηση πλειοψηφιών στο Ευρωκοινοβούλιο, ενώ η προδιαγραφόμενη εγκατάλειψη του "καναπέ" από πλευράς των οργισμένων ψηφοφόρων προοιωνίζεται άνοδο των φερόμενων ως αντισυστημικών δυνάμεων – κυρίως της λαϊκιστικής δεξιάς.

    Ήδη τα λαϊκιστικά κόμματα έχουν καταγράψει πρόσφατα νίκες στην Ιταλία και την Αυστρία, ενώ παγίωσαν την άνοδό τους στην Πολωνία και την Ουγγαρία. Οι ευρωεκλογές του Μαΐου πιθανότατα θα αποτελέσουν ένα ακόμα ορόσημο – και οι Βρυξέλλες ανησυχούν.

    Ο Στιβ Μπάνον, πρώην σύμβουλος στρατηγικής του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, έχει ήδη ιδρύσει την ευρωπαϊκή "θυγατρική" του συντηρητικού "Κινήματος" το οποίο προσδοκά να εκτοξεύσει στο διεθνές προσκήνιο και έχει δηλώσει ότι θα διαθέσει το "80% του χρόνου του" για τις ευρωεκλογές.

    Αρκετοί προβλέπουν ότι τα ευρωσκεπτικιστικά και δεξιά κόμματα θα λάβουν ποσοστά από 20% έως 30% των ψήφων. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να τους καταστήσει την ισχυρότερη δύναμη στο νέο Ευρωκοινοβούλιο, εάν (πράγμα όχι ιδιαίτερα πιθανό) καταφέρουμε να ξεπεράσουν τις μεταξύ τους διαφορές και να ενώσουν τις δυνάμεις τους.

    Ακροδεξιά κόμματα, όπως η "Εναλλακτική για τη Γερμανία", η ιταλική Λέγκα, το Κόμμα των Ελευθέρων στην Αυστρία, ο Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία εξαπολύουν πύρινες λεκτικές επιθέσεις εναντίον του "ευρωπαϊκού υπερ-κράτους" και των "επιταγών των Βρυξελλών".

    Άλλωστε το Brexit δημιουργεί ένα κενό στον χώρο των μετριοπαθών ευρωσκεπτικιστών που καταλάμβανε η ομάδα των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών με κορμό του Βρετανούς Τόρηδες.

    Από την άλλη, η ομάδα Ευρώπη της Ελευθερίας και της Άμεσης Δημοκρατίας , που φιλοξενεί το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου, περιλαμβάνει επίσης το ιταλικό κίνημα των Πέντε Αστέρων, ενώ η ομάδα Ευρώπη των Εθνών και της Ελευθερίας συστεγάζει τη Λέγκα, την Εναλλακτική για τη Γερμανία κ.ά.

    Οι διαφορές εντός του κυβερνώντος συνασπισμού στην Ιταλία τονίζουν, πάντως, κάποιες από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι Ευρωπαίοι λαϊκιστές. Το Κίνημα Πέντε Αστέρων επικρίνει τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και τις μεγάλες επιχειρήσεις αλλά έχει εγκαταλείψει την αντίδρασή του απέναντι στο ευρώ. Αντίθετα, η Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι είναι πιο επικεντρωμένη σε θέματα όπως το έγκλημα και η μετανάστευση – και πάλι, όμως, σε απόκλιση από άλλες ομοειδείς δυνάμεις στην Ευρώπη, όπως το κόμμα του Ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν (μέλος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος), το οποίο αποκλείει οποιαδήποτε ιδέα διαμοιρασμού των βαρών στο προσφυγικό.

    Ο Νετανιάχου θριαμβεύει ηττώμενος

    Η επιλογή δεν ήταν δική του αλλά, σε κάθε περίπτωση, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου κοιτάει μπροστά. Η αποχώρηση του κόμματος του μέχρι πρότινος υπουργού Άμυνας Αβίγκντορ Λίμπερμαν, λόγω διαφωνιών ως προς την εκεχειρία με τη Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας, έφερε σε απολύτως οριακή θέση κοινοβουλευτικά τον κυβερνητικό συνασπισμό του Ισραήλ με αποτέλεσμα ο Νετανιάχου να επισπεύσει για τον Απρίλιο τις βουλευτικές εκλογές που κανονικά θα διεξάγονταν τον Νοέμβριο. Την επιτάχυνση των εξελίξεων υπαγόρευσε βέβαια και ένας περισσότερο ιδιοτελής υπολογισμός, καθώς ο Ισραηλινός πρωθυπουργός ερευνάται για σκάνδαλα διαφθοράς και αντιμετωπίζει την απαγγελία κατηγοριών.

    Σε κάθε περίπτωση, όμως, η πρωτιά του κόμματος Λικούντ του Νετανιάχου δεν αναμένεται να κινδυνεύσει και η επόμενη μέρα επιφυλάσσει τη συγκρότηση ενός νέου κυβερνητικού συνασπισμού με παρόμοια σύνθεση και φυσιογνωμία. Βοηθά σε αυτό η "πασοκοποίηση" του ιστορικού κόμματος των Εργατικών της αντιπολίτευσης και η συνολική μετατόπιση του ισραηλινού πολιτικού φάσματος προς τα δεξιά.

    Ο Νετανιάχου προορίζεται να καταστεί ο μακροβιότερος πολιτικά πρωθυπουργός στην ιστορία του Ισραήλ – ωστόσο ούτε το μέλλον του μπορεί να θεωρηθεί εξασφαλισμένο, λόγω των δικαστικών του εκκρεμοτήτων, ούτε η θητεία του μπορεί να αποτιμηθεί θετικά. Θεωρώντας εσαεί δεδομένη την υποστήριξη των ΗΠΑ, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός οχυρώθηκε σε θέση αδιαλλαξίας έναντι των Παλαιστινίων, αποκρούοντας την πιθανότητα μιας συμφωνημένης λύσης και εντατικοποιώντας, χάριν και των ακροδεξιών κυβερνητικών εταίρων του, τις κινήσεις εποικισμού και προσάρτησης των Κατεχομένων. Ωστόσο, παρά τα φιλοϊσραηλινά ανοίγματά του, όπως η μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει βυθίσει στην ασάφεια όλο το μεσανατολικό σκηνικό, όπως δείχνει και η πρόσφατη απόφασή του για απόσυρση από τη Συρία. Παράλληλα, η νίκη του Άσαντ στον πόλεμο της Συρίας, με τη βοήθεια του Ιράν, της Χεζμπολλάχ και της Συρίας δημιουργεί νέα δεδομένα στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ. Ο Νετανιάχου "βασιλεύει" αλλά μακροπρόθεσμα το Ισραήλ έχει αποδυναμωθεί.

    *Αναδημοσίευση από το "Κεφάλαιο" που κυκλοφορεί

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων