Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 03-Μαρ-2018 09:30

    Τ. Αναστασάτος: Στροφή σε επενδύσεις εξοπλισμού, υποδομών και έρευνας στο νέο παραγωγικό μοντέλο

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Τ. Αναστασάτος: Στροφή σε επενδύσεις εξοπλισμού, υποδομών και έρευνας στο νέο παραγωγικό μοντέλο

    Στροφή σε επενδύσεις εξοπλισμού, υποδομών και έρευνας συστήνει ο Τάσος Αναστασάτος, επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου Eurobank και πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της ΕΕΤ ως το κλειδί για την έξοδο από τη κρίση. Σε ομιλία του στο συνέδριο των Δελφών εκτιμά ότι απαιτούνται 86 δισ. ευρώ επενδύσεων για να επιστρέψουμε στα επίπεδα του 2010. Εκτιμά επίσης ότι μόνο με 2ψήφιο ρυθμό αύξησης επενδύσεων και εξαγωγών θα ξεπεραστεί η κρίση.

    Ο κ. Αναστασάτος εκτιμά ότι  η απόσταση που πρέπει να καλυφθεί είναι ακόμη μεγάλη: παρά τις περικοπές, η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να έχει μερίδιο 70% στο ελληνικό ΑΕΠ, έναντι 55% του μέσου όρου της ΕΖ, λόγω του γεγονότος ότι άλλες συνιστώσες του ΑΕΠ μειώθηκαν περισσότερο. Οι εξαγωγές εξακολουθούν να παρουσιάζουν καθυστέρηση ως ποσοστό του ΑΕΠ (30% έναντι 46% του μέσου όρου της ΕΖ το 2016). Επιπλέον, κάθε αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας μεταφράζεται σε αύξηση των εισαγωγών αγαθών λόγω της ρηχής παραγωγικής βάσης και του υψηλού ποσοστού εισαγόμενων εισροών στην παραγωγή γενικά και τις εξαγωγές ειδικότερα. Αυτό άρχισε να συμβαίνει και το 2017, αν και η διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών αντισταθμίστηκε από την καλή τουριστική περίοδο και το ισοζύγιο μεταφορών. Απαιτούνται πιο ενεργητικές πολιτικές ώστε η ανάκαμψη των επόμενων ετών να μην συνοδεύεται από νέα εξωτερικά ελλείμματα.

    Εξηγεί ότι η ανάπτυξη και η στροφή σε νέους κλάδους απαιτούν μεγάλο ύψος επενδύσεων. Οι επενδύσεις το 2016 στην Ελλάδα ανέρχονταν στα €20,5 δισ. ή 11,6% του ΑΕΠ έναντι €60,5 δισ. ή 24,6% του ΑΕΠ το 2007. Η αποεπένδυση συνεχίζεται καθώς οι αποσβέσεις υπερβαίνουν τα παρόντα επίπεδα των επενδύσεων, γεγονός που υπονομεύει τις μελλοντικές παραγωγικές ικανότητες και στην ικανότητα της χώρας να διατηρήσει τους ανθρώπινους πόρους της. Η ελληνική οικονομία χρειάζεται περίπου €86 δισ. καθαρή αύξηση του κεφαλαιουχικού της αποθέματος σε τιμές του 2010 μόνο και μόνο για να φτάσει στο επίπεδο του 2010.

    Επιπλέον, ο κ. Αναστασάτος επισημαίνει ότι η σύνθεση των επενδύσεων πρέπει να αλλάξει. Κατά τα έτη 2001-2008, οι κατοικίες αποτελούσαν κατά μέσο όρο 37,2% της συνολικής επένδυσης στην Ελλάδα έναντι 29,2% του μέσου όρου της ΕΖ. Οι επενδύσεις σε κατοικίες, ενώ έχουν μεγάλη διασπορά στην οικονομία και μεγάλη εγχώρια προστιθέμενη αξία, έχουν μικρότερο πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο στο ΑΕΠ. Η κτηματαγορά σήμερα έχει καταρρεύσει (0,7% του ΑΕΠ στην Ελλάδα έναντι ενός μέσου όρου EZ 5,1%) και θα πρέπει να αυξηθεί σε πιο κανονικά επίπεδα, αλλά δεν αναμένεται να είναι η ατμομηχανή της ανάπτυξης και πάλι, δεδομένου του μεγάλου αριθμού των απώλητων ακινήτων καθώς και της ανάγκης για ένα πιο εξωστρεφές και βασισμένο στη γνώση μοντέλο ανάπτυξης. Η έμφαση πρέπει να δοθεί στις επενδύσεις εξοπλισμού και υποδομών, που είναι τα πιο παραγωγικά μέρη, καθώς και στην έρευνα και τεχνολογία. Τα μεγέθη αυτά θα πρέπει τουλάχιστον να πλησιάσουν τους μέσους όρους και, κατά προτίμηση, να τους ξεπεράσουν, εάν η χώρα πρόκειται να συγκλίνει στα πρότυπα διαβίωσης της ΕΖ.

    Όπως αναφέρει σε μελέτη την οποίαν θα δημοσιεύσει προσεχώς η Eurobank, "υπολογίζουμε τους απαραίτητους ρυθμούς μεταβολής ώστε επενδύσεις και εξαγωγές να φθάσουν στους μέσους όρους της ΕΖ ως ποσοστά του ΑΕΠ. Ενδεικτικά αναφέρω ότι, ανάλογα με τον χρονικό ορίζοντα που επιλέγεται, απαιτείται πραγματική αύξηση επενδύσεων και εξαγωγών με ρυθμούς που προσεγγίζουν, ή και ξεπερνούν, διψήφια νούμερα για τα επόμενα αρκετά χρόνια και ρυθμός πραγματικής ανάπτυξης του ΑΕΠ που ξεπερνά το 3% ετησίως, με συντηρητικές υποθέσεις για την εξέλιξη της ιδιωτικής κατανάλωσης. Αντιλαμβάνεστε ότι η πρόκληση είναι μεγάλη".

    Ο κ. Αναστασάτος αναφέρει ότι η διαδικασία εκσυγχρονισμού θα μπορούσε να οριστεί ως η προσπάθεια αναβάθμισης των θεσμών, της δομής και οργάνωσης της οικονομίας και της δημόσιας διοίκησης της χώρας ώστε να αρθεί στο ίδιο επίπεδο με τα πρότυπα που επικρατούν στις προηγμένες χώρες. "Θα υποστηρίξω ότι, στο επίπεδο της οικονομίας, αυτό συνυφαίνεται με το άνοιγμα και την ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας. Την περίοδο πριν την είσοδο της χώρας στην ΟΝΕ, οι βασικές παθογένειες της ελληνικής οικονομίας συνίσταντο στον κυρίαρχο ρόλο του κράτους στην παραγωγή, την ρύθμιση της εισόδου στις αγορές, τη χρηματοδότηση επεκτατικών δημοσιονομικών πολιτικών με την έκδοση πληθωριστικού χρήματος (segnorage) ή τον εξωτερικό δανεισμό, την αναποτελεσματική δομή των δημόσιων δαπανών, διαδοχικές υποτιμήσεις για την ανάκτηση απώλειων ανταγωνιστικότητας, ακόμα μεγαλύτερο πληθωρισμό και, ως αποτέλεσμα, περιοδικές πτωχεύσεις. Κατά βάση, είναι μία ιστορία χαμηλής παραγωγικότητας, η οποία γίνεται –ανεπιτυχής- προσπάθεια να αντιμετωπιστεί με δημοσιονομικά μέσα" επισημαίνει.

    Αναφέρει επίσης ότι "η αέναη επανάληψη αυτού του φαύλου κύκλου αντανακλά τη δυσκολία εφαρμογής φιλοαναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων. Οι μεταρρυθμίσεις για το άνοιγμα των αγορών, την θεσμική αναβάθμιση και τη διείσδυση της γνώσης ωφελούν τους περισσότερους αλλά μακροχρόνια και έμμεσα. Αντίθετα, οι ομάδες του πληθυσμού οι οποίες εξάγουν οικονομικές προσόδους επωφελούμενες από οικονομικές δομές προστατευτισμού και απομονωτισμού έχουν κόστος βραχυχρόνιο και άμεσο εάν αλλάξει το μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται στην εγχώρια ζήτηση. Επιπλέον, η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι η πειθαρχία δεν μπορεί να εισαχθεί από το εξωτερικό. Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια δεν διαρκεί πολύ εάν η κοινωνία, οι φορείς της οικονομίας και το πολιτικό σύστημα δεν αναλαμβάνουν την κυριότητα (ownership) των μεταρρυθμίσεων".

    Είναι κρίσιμο η κοινωνία να ενημερωθεί και να πεισθεί για την αναγκαιότητα αλλά και το όφελος των μεταρρυθμίσεων, επισημαίνει. "Ωστόσο, η διαδικασία θα έχει πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας αν οι πολιτικές είναι αγκυροβολημένες σε κάποια τεχνολογία δέσμευσης ή κάποια εγγενή πειθαρχία" αναφέρει και μιλά για δύο τέτοια οχήματα:

    1. Συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη. Το πρώτο, συνεπάγεται την ενσωμάτωση νομοθεσίας υψηλής ποιότητας στο εθνικό δίκαιο, ύπαρξη και λειτουργία ανεξάρτητων αρχών, διαφάνεια στην οικονομική πολιτική, άνοιγμα σε μια κοινή αγορά 512 εκατ. ατόμων. Το δεύτερο, καθιστά υποχρεωτικό το να παραμένει η χώρα ανταγωνιστική χωρίς τη χρήση του εργαλείου των υποτιμήσεων, το οποίες δεν είναι πια διαθέσιμες, αλλά οι οποίες μεταφράζονταν μόνο σε πληθωρισμό και σε υστέρηση των μεταρρυθμίσεων όταν ήταν διαθέσιμες, ενώ η βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αποδεικνυόταν πάντα βραχύβια. Για τους λόγους αυτούς και μόνο, θα υποστήριζα την παραμονή της Ελλάδας στην Eυρωζώνη ακόμη και αν μια στατική οικονομική ανάλυση έδειχνε ότι οδηγεί σε υψηλότερο κόστος μεσοπρόθεσμα σε σύγκριση με την έξοδο (κάτι που δεν υφίσταται).

    2. Αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης προς εξωστρεφείς τομείς. Αυτό είναι μια αναγκαιότητα δεδομένης της αδυναμίας να επαναληφθούν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης με ατμομηχανή την εγχώρια ζήτηση, κυρίως την κατανάλωση, η οποία με τη σειρά της να τροφοδοτείται από ταχεία πιστωτική επέκταση, όπως στο παρελθόν. Ωστόσο, αποτελεί επίσης τον πιο αποτελεσματικό τρόπο επίτευξης του εκσυγχρονισμού. Οι εξωστρεφείς τομείς, οι οποίοι είναι πιο εκτεθειμένοι στον διεθνή ανταγωνισμό, λειτουργούν με λιγότερο μονοπωλιακές δομές και μικρότερες οικονομικές προσόδους, καθιστούν αναγκαία την ενίσχυση του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους –αλλά όχι του ρόλου του παραγωγού αγαθών και υπηρεσιών, πλην των δημόσιων αγαθών-, ενσωματώνουν περισσότερη γνώση και υψηλότερο τεχνολογικό περιεχόμενο στην παραγωγή, προωθούν την ενσωμάτωση σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας και, εν τέλει, μια εργασιακή κουλτούρα αποτελεσματικότητας και χρηστής διοίκησης.

     
    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ