Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 07-Φεβ-2018 10:36

    Οικονομική κρίση και μεταρρυθμίσεις στη Ν. Ευρώπη

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Οικονομική κρίση και μεταρρυθμίσεις στη Ν. Ευρώπη

    των Paolo Manasse και Δημήτρη Κάτσικα

    Η κρίση χρέους της ευρωζώνης ήταν, ως επί το πλείστον, μια κρίση της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Οι χώρες της Νότιας Ευρώπης (Ελλάδα, Πορτογαλία και Κύπρος) έπρεπε να καταφύγουν σε συμφωνίες διάσωσης, οι οποίες περιλάμβαναν την εφαρμογή ολοκληρωμένων προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής. Η Ισπανία διαπραγματεύτηκε ένα πιο περιορισμένο και στοχευμένο οικονομικό πρόγραμμα για τον χρηματοπιστωτικό της κλάδο. Ακόμη και χώρες που δεν είχαν ενταχθεί σε μια χρηματοδοτική συμφωνία, όπως η Ιταλία, δέχθηκαν έντονες πιέσεις να προσαρμόσουν τις οικονομίες τους. Η δημοσιονομική εξυγίανση και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ήταν οι δύο πυλώνες της στρατηγικής της ευρωζώνης για την αντιμετώπιση της κρίσης με αντάλλαγμα τα κεφάλαια διάσωσης.

    Σε ένα νέο βιβλίο, Economic Crisis and Structural Reforms in Southern Europe: Policy Lessons, συγκεντρώνουμε ττη συμβολή ακαδημαϊκών και οικονομολόγων που κάλυψαν τις πρόσφατες εμπειρίες των Νοτιοευρωπαϊκών χωρών στη διαχείριση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ενώ προσπαθούσαν να ξεπεράσουν την χειρότερη περίοδο ύφεσής τους από τον Β¨ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα διαφορετικά κεφάλαια καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, από τις τραπεζικές μεταρρυθμίσεις σε χώρες όπως η Κύπρος και η Ισπανία, μέχρι τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας σε Ισπανία και Πορτογαλία, και τις μεταρρυθμίσεις της προϊοντικής αγοράς στην Ελλάδα. Άλλα κεφάλαια υιοθετούν μια συγκριτική προοπτική, συζητώντας τις επιδράσεις των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στη λειτουργία της αγοράς εργασίας, του τραπεζικού συστήματος και των τωρινών πολιτικών ζητημάτων που προκύπτουν στη διάρκεια της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας.

    Ενώ τα βασικά συστατικά των συνταγών πολιτικής που επιβλήθηκαν από τους διεθνείς θεσμούς ήταν περίπου ίδια σε όλες τις χώρες, εφαρμόστηκαν σε ετερογενή οικονομικά, πολιτικά και θεσμικά περιβάλλοντα από κυβερνήσεις με διαφορετικά επίπεδα δέσμευσης και ικανοτήτων και εφαρμόστηκαν από κυβερνήσεις με διαφορετική τεχνική ικανότητα. Τέλος, δέχθηκαν διάφορους βαθμούς αντίστασης σε ό,τι αφορά την κοινή γνώμη και σε οργανωμένα ειδικά συμφέροντα. Παρά την ετερογένεια αυτή, η αποτυχία ή επιτυχία της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων φαίνεται να περιστρέφεται γύρω από την αλχημεία ενός μικρού αριθμού συστατικών: καθυστέρηση, κυριότητα (ιδιοκτησία), εξωτερικοί περιορισμοί, χρονική συγκυρία, αλληλουχία, ισορροπία μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομική εξυγίανση. Το άρθρο προχωρά εξετάζοντας κάθε ένα από αυτά τα συστατικά με τη σειρά.

    Καθυστέρηση
    Οι οικονομικές κρίσεις μπορεί να συμβούν εν μία νυκτί, αλλά είναι συνήθως τα αποτελέσματα ανισορροπιών για δεκαετίες, τις οποίες μυωπικοί φορείς χάραξης πολιτικής αγνοούσαν επιμόνως. Τα παραδείγματα από τη Νότια Ευρώπη αφθονούν: στάσιμη ανάπτυξη της παραγωγικότητας σε Πορτογαλία και Ελλάδα. Απαρχαιωμένοι θεσμοί της αγοράς εργασίας στις διαδικασίες συλλογικών συμβάσεων, προσλήψεων και απολύσεων σε Πορτογαλία, Ελλάδα και Ισπανία, υψηλά εμπόδια εισόδου στις αγορές και γραφειοκρατικά εμπόδια στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων σε Ελλάδα και Πορτογαλία, ανεπαρκή εποπτεία, νεποτιστική εταιρική διακυβέρνηση και πολιτική παρέμβαση στους τραπεζικούς κλάδους Κύπρου, Ελλάδας και Ισπανίας, διογκωμένοι κλάδοι δημοσίου με υψηλή πολιτική παρέμβαση σε Ελλάδα και Πορτογαλία. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση των μεταρρυθμίσεων, τόσο μεγαλύτερες γίνονται οι ανισορροπίες. Όσο μεγαλύτερες οι ανισορροπίες, τόσο μεγαλύτερο το κοινωνικό κόστος που συνδέεται με τις μεταρρυθμίσεις και τόσο πιο δύσκολο γίνεται να το μοιραστούν οι συμμέτοχοι, με αποτέλεσμα περαιτέρω καθυστερήσεις.

    Ιδιοκτησία (Κυριότητα)
    Η καθυστέρηση έχει μία επιπλέον αντίστροφη "πολιτιστική” επίπτωση -συχνά δημιουργεί την ψευδαίσθηση στις λαϊκές μάζες ότι, αφού έχουν αντέξει για δεκαετίες, τα παρωχημένα θεσμικά όργανα δεν αποτελούν απειλή και το κυριότερο, δεν είναι ο ένοχος των σημερινών δεινών, αλλά μάλλον είναι οι μεταρρυθμιστές αυτοί που πρέπει να κατηγορηθούν. Στην πραγματικότητα, μία από τις εξηγήσεις για τη σχετική επιτυχία των μεταρρυθμίσεων στον πορτογαλικό τραπεζικό κλάδο, και στις αγορές εργασίας σε Πορτογαλία και Ισπανία, ήταν πως οι κυβερνήσεις και η κοινή γνώμη σε αυτές τις χώρες είχαν επίγνωση της ανάγκης για μεταρρύθμιση, και οι χώρες είχαν ιστορικό μερικών μόνο μεταρρυθμίσεων. Στην Ελλάδα αντιθέτως, η πολιτική πόλωση και η αστάθεια απέτρεψε κάθε συναίνεση. Στην Κύπρο, η σύγκρουση επεκτάθηκε στους πολιτικούς θεσμούς, με την κεντρική τράπεζα και την κυβέρνηση να διαφωνούν ανοιχτά για τα μέτρα ανακεφαλαιοποίησης του προβληματικού τραπεζικού κλάδου. Τέλος, η κυριότητα αποδεικνύεται ότι είναι σημαντική όχι μόνο για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, αλλά επίσης και για να τις διατηρεί.

    Εξωτερικός περιορισμός
    Η ικανότητα των διεθνών θεσμών να επιβάλλουν μεταρρυθμίσεις σε απείθαρχες κυβερνήσεις είναι περιορισμένη. Οι διεθνείς πιστωτές μπορούν με αξιοπιστία να απειλήσουν με αποχώρηση ή με μη ανανέωση των πιστωτικών γραμμών και της στήριξης της ρευστότητας, όπως έκαναν οι ΕΚΤ, Κομισιόν και ΔΝΤ στην Ελλάδα. Ο εξωτερικός αποδιοπομπαίος τράγος μπορεί να αφαιρέσει κάποιες εγχώριες πολιτικές πιέσεις από τις κυβερνήσεις που πρέπει να επιβάλλουν μεταρρυθμίσεις, όπως στην περίπτωση της Πορτογαλίας και σε κάποιο βαθμό, και της Ισπανίας. Ωστόσο, η περίπτωση των τραπεζικών εξυγιάνσεων στην Ελλάδα, αποδεικνύει ότι υπάρχουν όρια στις εξωτερικές παρεμβάσεις, ιδιαίτερα αναφορικά με την φάση εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων. Από την άλλη πλευρά, οι περιπτώσεις της Κύπρου και της Ισπανίας απεικονίζουν τις επιζήμιες συνέπειες της απουσίας του εξωτερικού περιορισμού. Αρχικά, οι κυπριακές αρχές διερεύνησαν εναλλακτικές δυνατότητες χρηματοδότησης (π.χ. τη Ρωσία), οι οποίες ήλπιζαν πως θα ερχόταν χωρίς όρους. Αυτό και μόνο καθυστέρησε τις τραπεζικές εξυγιάνσεις και έκανε πιο επώδυνη την απαιτούμενη προσαρμογή. Ομοίως, στην Ισπανία, μόνο όταν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί προχώρησαν σε διάσωση του χρηματοπιστωτικού κλάδου, πραγματοποιήθηκε ουσιαστική αναδιάρθρωση.

    Η χρονική συγκυρία των μεταρρυθμίσεων
    Είναι οι οικονομικές κρίσεις καταλύτες για μεταρρυθμίσεις; Η απάντηση σε αυτό το μακροχρόνιο ερώτημα που δίνεται από τα παραδείγματα που συζητήθηκαν στο βιβλίο είναι "εξαρτάται”. Όταν η οικονομία έχε επιδεινωθεί σημαντικά, η επίτευξη πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης για τις μεταρρυθμίσεις (και τη μη υπαναχώρηση από αυτές), καθίσταται σχεδόν αδύνατη. Η περίπτωση της Ελλάδας είναι ένα σαφές παράδειγμα. Η αποτυχία των διεθνών θεσμών να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους από την αρχή, στη διάρκεια του πρώτου προγράμματος προσαρμογής, απαίτησε ένα σκληρό πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης, που τελικά έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης στα χέρια των αντίθετων με τις μεταρρυθμίσεις. Σε ένα μεγάλο βαθμό, οι διεθνείς θεσμοί δεν κατάλαβαν ή δεν ήθελαν να καταλάβουν, τη σημασία του εγχώριου πολιτικού περιορισμού, που περιορίζει την σκοπιμότητα της δημοσιονομικής εξυγίανσης καθώς και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Από την άλλη πλευρά, τα παραδείγματα των μεταρρυθμίσεων της αγοράς εργασίας  που εισήχθησαν σε Πορτογαλία και Ισπανία, υποδηλώνουν ότι μια νέα κρίση μπορεί, σε αρχικό στάδιο, να υποχρεώσει σε μια συναίνεση αναφορικά με την ανάγκη για αλλαγή, ιδιαίτερα εάν υπάρχει μια ιστορία δημόσιου διαλόγου για τις μεταρρυθμίσεις και με την προϋπόθεση ότι η οικονομία δεν έχει ήδη επιδεινωθεί τόσο πολύ.

    Ισορροπία και χρονική συγκυρία της δημοσιονομικής εξυγίανσης και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων
    Στα παραδείγματα που συζητήθηκαν στο βιβλίο, το φάντασμα της δημοσιονομικής σύσφιξης πάντα βρίσκεται πάνω από τις επιδράσεις των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η εμπειρική ανάλυση δείχνει ότι οι μεταρρυθμίσεις της προϊοντικής αγράς στην Ελλάδα είχαν θετικές επιδράσεις στην απασχόληση και στις τιμές, αλλά αυτές χρειάστηκαν χρόνο για να εκδηλωθούν και ανατράπηκαν εκ των υστέρων από τις βραχυχρόνιες συνέπειες της περικοπής δαπανών και από τις πληθωριστικές συνέπειες της αύξησης των φόρων. Επίσης, υπάρχουν πειστικές αποδείξεις ότι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των αγορών εργασίας και προϊόντων στην ευρωζώνη, έχει μακροχρόνια οφέλη και βραχυχρόνια κόστη -πιο ανταγωνιστικές αγορές εργασίας συνδέονται με μόνιμη χαμηλή ανεργία και ταχύτερη ανάκαμψη μακροπρόθεσμα, αλλά η μεγαλύτερη ευελιξία επίσης υποδηλώνει ότι το ποσοστό της ανεργίας γίνεται πιο "ευαίσθητο” σε κρίσεις βραχυπρόθεσμα, έτσι που αυξάνονται οι απώλειες θέσεων εργασίας κατά τη διάρκεια μιας ύφεσης. Ως εκ τούτου, η δημοσιονομική εξυγίανση θα πρέπει σταδιακά να αποσύρεται προκειμένου να καταστεί σίγουρο ότι οι θετικές επιδράσεις των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων δεν θα παραβιαστούν και ότι θα αποφευχθεί μια πολιτική αντίδραση.

    Αλληλουχία των μεταρρυθμίσεων
    Μια λογική ακολουθία των μεταρρυθμίσεων πρέπει να σέβεται δύο εσωτερικούς πολιτικούς περιορισμούς. Ο πρώτος είναι ότι "το πολιτικό κεφάλαιο” είναι ένας σπάνιος πόρος για την κυβέρνηση. Θα πρέπει να επενδυθεί σε λίγες κρίσιμες μεταρρυθμίσεις. Το πολιτικό κεφάλαιο ξοδεύεται γρήγορα σε προγράμματα με ευρύ φάσμα και όταν αυτό συμβεί, οι μεταρρυθμίσεις υπαναχωρούν. Η περίπτωση της Πορτογαλίας δείχνει ότι οι αρχές συνέχισαν με επιτυχία τις μεταρρυθμίσεις, ξεκινώντας από αυτές της αγοράς εργασίας, των οποίων οι θετικές επιδράσεις βελτίωσαν την "κυριότητα” και τη βιωσιμότητά τους. Αντιθέτως, η Ελλάδα έδωσε προτεραιότητα στις μεταρρυθμίσεις που προφανώς έτυχαν μικρότερης αντίστασης, οι οποίες ήταν πολιτικά πιο δύσκολες. Αυτή η στρατηγική τελικά δεν πέτυχε. Ο δεύτερος πολιτικός περιορισμός είναι πως η ακολουθία των οικονομικών μεταρρυθμίσεων πρέπει να ελαχιστοποιηθεί, και υποδηλώνει μια "δίκαιη” κατανομή του κόστους προσαρμογής. Στην Ελλάδα, η δημοσιονομική εξυγίανση και οι μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας ήταν περισσότερες από τις ιδιωτικοποιήσεις και τις μεταρρυθμίσεις των προϊοντικών αγορών. Ως αποτέλεσμα, η πτώση στη συνολική ζήτηση επιδεινώθηκε από την πτώση στους ονομαστικούς και πραγματικούς μισθούς. Οι εργαζόμενοι και οι μικρές επιχειρήσεις που δυσκολευόταν, επωμίστηκαν όλο το κόστος της προσαρμογής και στη συνέχεια "επαναστάτησαν” με την εκλογή κομμάτων αντίθετων προς τις μεταρρυθμίσεις. Ομοίως, οι μεταρρυθμίσεις που στόχο είχαν να αυξήσουν τη συνολική παραγωγικότητα, για παράδειγμα ενισχύοντας τα χαμηλότερα εμπόδια στην προϊοντική αγορά ή βελτιώνοντας τους μισθούς, διαπιστώθηκε ότι είναι πολύ αποτελεσματικές στη βελτίωση των τωρινών ανισορροπιών, αν και οι επιδράσεις τους χρειάζονται χρόνο για να φανούν. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να τους δοθεί προτεραιότητα.

    Τελικές παρατηρήσεις
    Συνοπτικά, η συμβολή στο βιβλίο δείχνει ότι πολλά από τα σχεδιαστικά ζητήματα και οι πολιτικές οικονομικές ανησυχίες που συνοδεύουν προγράμματα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ιδιαίτερα στη διάρκεια μιας κρίσης, πρέπει να υπολογιστούν για τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών συστημάτων μεμονωμένων χωρών. Και πάλι, τέτοια ζητήματα και ανησυχίες δεν είναι μοναδικές σε μεμονωμένες χώρες, αλλά τείνουν να εκδηλώνονται συνεχώς σε όλες τις χώρες. Περιλαμβάνουν κυρίως διαφορετικούς συνδυασμούς ενός μικρού συνόλου σημαντικών συστατικών, των οποίων η κατά περίπτωση σημασία είναι τελικά κρίσιμη για την επιτυχία ή αποτυχία των μεταρρυθμίσεων.

    Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://voxeu.org/article/economic-crisis-and-structural-reforms-southern-europe

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ