Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 15-Σεπ-2018 14:08

    Γιατί δεν μάθαμε τίποτα από τη Lehman Brothers

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Γιατί δεν μάθαμε τίποτα από τη Lehman Brothers

    Του Editorial Board

    Πριν από δέκα χρόνια και εν μέσω μιας κρίσης στα στεγαστικά δάνεια που χειροτέρευε, η κυβέρνηση των ΗΠΑ έκανε κάτι που ελάχιστοι θα τολμούσαν: Επέτρεψε σε μια μεγάλη επενδυτική τράπεζα παγκόσμιας εμβέλειας, τη Lehman Brothers, να δηλώσει χρεοκοπία. Μέσα σε λίγες ημέρες τα "σεισμικά" κύματα που προκλήθηκαν δημιούργησαν μια φυγή των κεφαλαίων των funds από τις αγορές, μια κίνηση που στέγνωσε τη ρευστότητα και κατέστρεψε εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Μόνο με τη δέσμευση τρισεκατομμυρίων δολαρίων για την υποστήριξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος και δαπανώντας δισ. δολάρια για την οικονομική αναθέρμανση, η κυβέρνηση κατάφερε να αποτρέψει τη χειρότερη οικονομική καταστροφή από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, από το να γίνει η χειρότερη στην οικονομική ιστορία.  

    Οι επιπτώσεις αυτής της πανωλεθρίας βρίσκονται ακόμα και σήμερα εδώ. Μόνο στις ΗΠΑ, υπολογίζεται ότι ετήσια οικονομική παραγωγή της τάξης του 1,4 τρισ. δολαρίων δεν θα ανακτηθεί ποτέ - μια απώλεια που κυρίως έπληξε τις ασθενέστερες οικονομικές τάξεις. Το κόστος της στήριξης των οικονομιών άφησε τις αναπτυσσόμενες χώρες μέσα στα μεγαλύτερα χρέη από τη λήξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου και εξάντλησε τις οικονομικές πηγές που θα χρειαστούν οι κεντρικές  τράπεζες για να αντιμετωπίσουν μια επόμενη κρίση. Ο λαϊκισμός που κέρδισε στον ανεπτυγμένο κόσμο και έφερε στην εξουσία τον Ντόναλντ Τραμπ, μπορεί να εντοπιστεί στον τρόπο με τον οποίο η κρίση υπονόμευσε την πίστη στο κατεστημένο σύστημα - ιδιαιτέρα όταν οι κυβερνήσεις έμειναν χωρίς άλλη επιλογή παρά να διασώσουν αυτούς που ευθυνόντουσαν για την κρίση.

    Με δεδομένη την έκταση της καταστροφής, αυτή η εμπειρία θα έπρεπε να έχει χαραχθεί ανεξίτηλα στις μνήμες των πολιτικών σε όλον τον πλανήτη. Όμως είναι σοκαριστικό να βλέπουμε το πόσο γρήγορα ξεχνάνε και πόσο εύθραυστο παραμένει το οικονομικό σύστημα.  

    Τα μαθήματα από την κρίση του 2008 είναι καθαρά. Οι τράπεζες είχαν πολύ μεγάλα χρέη και πολύ μικρό μετοχικό κεφάλαιο, έτσι ώστε δεν μπορούσαν να αντέξουν τις ζημιές με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωπες. Οι εποπτικές αρχές της κυβέρνησης βρισκόντουσαν στο σκοτάδι: Το σύστημα ήταν τόσο αδιαφανές, που δεν μπορούσε να διαβλέψει τους κινδύνους που δημιουργούνταν ή να διακρίνει ποιος συνδεόταν με ποιον. Αλλά ακόμα και αν υπήρχε η απόλυτη διαφάνεια, ακόμα και τότε οι εποπτικές αρχές δεν θα μπορούσαν με ασφάλεια να διαλύσουν ένα τόσο μεγάλο, παγκόσμιο οικονομικό ίδρυμα. Η αποτυχία της Lehman ήταν η επιτομή των χειρότερων απόψεων τους: Διασώζουμε τις τράπεζες με τα χρήματα των φορολογούμενων ή διακινδυνεύουμε τον Αρμαγεδώνα.  

    Μετά την κρίση, νομοθέτες και εποπτικές αρχές εργάστηκαν έτσι ώστε να δώσουν τις διαβεβαιώσεις ότι το σύστημα θα ήταν καλύτερα προετοιμασμένο, παρουσιάζοντας χιλιάδες σελίδες νέων νόμων και κανονισμών. Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις υιοθέτησαν κάποια αχρείαστα μέτρα, που θέτουν άνευ λόγου προσκόμματα στη λειτουργία της αγοράς... Όμως, σε γενικές γραμμές, δεν τα κατάφεραν. Τα τακτικά stress tests βελτίωσαν την διαχείριση ρίσκων από πλευράς των τραπεζών, όμως δεν είναι πολύ κοντά στην πραγματικότητα που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αν βρεθούν αντιμέτωπα με μια γνήσια κρίση. Οι νέοι κανόνες για τα παράγωγα και οι εκθέσεις κινδύνου έριξαν περισσότερο φως στο οικονομικό σύστημα, όμως ακόμα δεν παρέχουν στοιχεία σε πραγματικό χρόνο, ούτε δίνουν εικόνα των κινδύνων σε διακρατικό επίπεδο έτσι ώστε να υπάρχει ανάλογη αντίδραση. Παράλληλα, πολλές από τις μεγαλύτερες τράπεζες του πλανήτη ακόμα και τώρα δεν είναι σε θέση να παρέχουν άμεσα και ακριβή στοιχεία για την έκθεση τους σε ρίσκα. Οι εποπτικές αρχές έχουν αναπτύξει έναν μηχανισμό που τους επιτρέπει να αναλάβουν τον έλεγχο σε ένα μεγάλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που βρίσκεται σε κίνδυνο, αλλά αυτή η διαδικασία είναι μη δοκιμασμένη και είναι απίθανο να λειτουργήσει σε μια κρίση συστημικού μεγέθους.   

    Είναι κοινή πεποίθηση ότι το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα δείχνει τόσο προβληματικό όσο έδειχνε και το 2007. Μεγάλοι κίνδυνοι παραμένουν στα χέρια μιας μικρής ομάδας ευάλωτων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Και το θέμα δεν είναι ότι υπάρχει έλλειψη προτάσεων για μια ριζικότερη επίλυση των δομικών προβλημάτων, αλλά ότι δεν υπάρχει η πολιτική βούληση. Ακόμα χειρότερα, υπάρχει μια παγκόσμια τάση για επιστροφή στις παλιές πρακτικές.  

    Στην Ευρώπη, οι τράπεζες αντιστάθηκαν με επιτυχία στους κανόνες που ήθελαν οι εποπτικές αρχές για αυστηρότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας. Στις ΗΠΑ το Κογκρέσο και η κυβέρνηση Τραμπ ξήλωσαν μέρος της νομοθεσίας Dodd-Frank του 2010, αδυνατίζοντας κάποιες δικλίδες ασφαλείας, υπονομεύοντας θεσμούς προστασίας του καταναλωτή, οι οποίοι δρούσαν παράλληλα ως σύστημα έγκαιρης οικονομικής προειδοποίησης.  

    Ο βαθμός κεφαλαιακής επάρκειας των μεγαλύτερων τραπεζών του πλανήτη, πιθανώς να είναι και ο καλύτερος δείκτης αποτύπωσης της κατάστασης. Σε αντίθεση με το τι πιστεύει ο κόσμος, αυτά τα χρήματα δεν αποτελούν αποθεματικό για κάποια δύσκολη συγκυρία. Είναι χρήματα τα οποία οι μέτοχοι τα έχουν δεσμεύσει στην επιχείρηση- χρήματα τα οποία οι τράπεζες μπορούν να χρησιμοποιήσουν στην παροχή δανείων και για επενδύσεις. Σε αντίθεση με το χρέος, αυτό το χρήμα έχει το πλεονέκτημα ότι αυτόματα απορροφά τις απώλειες, μια ιδιότητα που καθιστά το όλο σύστημα ισχυρότερο. Οι εποπτικές αρχές, οι οποίες ανησυχούν για την οικονομική σταθερότητα, κατά κύριο λόγο θέλουν μεγάλη κεφαλαιακή επάρκεια. Αντίθετα, οι επικεφαλής των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων προτιμούν να χρησιμοποιούν λιγότερα κεφάλαια και περισσότερο χρέος - δηλαδή περισσότερη μόχλευση - καθώς στις καλές εποχές αυτές οι κινήσεις τονώνουν την κερδοφορία. 

    Οι κεφαλαιακές ανάγκες

    Στις αρχές του 20ού αιώνα, πριν την ασφάλιση των καταθέσεων, τυπικά οι τράπεζες είχαν περίπου 20 δολάρια κεφαλαιακής επάρκειας για κάθε 100 δολάρια ενεργητικού - δηλαδή είχαν κεφαλαιακή επάρκεια 20%. Σήμερα οι έξι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες έχουν αναλογία ιδίων κεφαλαίων που φτάνει στο 7,7%. Το νούμερο είναι διπλάσιο απ’ ότι είχαν την παραμονή της κρίσης, το 2007, αλλά χαμηλότερο από το 8,3% του Δεκεμβρίου του 2015. Δηλαδή λίγο πριν αρχίσει το ξήλωμα των μεταρρυθμίσεων που ακολούθησαν της κρίσης. 

    Πόσο γρήγορα ξεχνάμε

    Στις πιο μαύρες ημέρες της κρίσης, οι προβλέψεις για τις συνολικές απώλειες στα αμερικανικά δάνεια και τίτλους έφτασαν στο 10%. Για να μην βρίσκεται σήμερα κάποια τράπεζα σε κίνδυνο διάσωσης, θα πρέπει να διαθέτει τουλάχιστον το διπλάσιο αυτού του ποσού σε μετοχικό κεφάλαιο. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξαν πέρσι και οι οικονομολόγοι της FED της Μινεάπολις.      

    Αργότερα ή νωρίτερα η επόμενη κρίση θα έρθει. Επενδύσεις που τώρα κρίνονται ασφαλείς θα αποδειχθεί ότι δεν είναι και οι αντοχές του συστήματος θα δοκιμαστούν ξανά. Η κεφαλαιακή επάρκεια είναι το θεμέλιο για ένα ανθεκτικό σύστημα. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για τη μη συμμόρφωση των τραπεζών και τώρα είναι η ιδανική ώρα για γίνει αυτό.    

    Η κληρονομιά που θα πρέπει να μας αφήσει αυτή η κρίση, είναι ότι θα πρέπει να είναι ένα ασφαλέστερο οικονομικό σύστημα. Δεν είναι πολύ αργά να το δημιουργήσουμε.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων