Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 21-Μαρ-2017 02:42

    Γιατί ήταν άστοχο το "κατσάδιασμα" του Trump στη Γερμανία για την άμυνα

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

     

    Του 

    Μετά τη συνάντησή του με τη Γερμανίδα Καγκελάριο Angela Merkel, ο Αμερικανός Πρόεδρος Donald Trump σφετερίστηκε και πάλι την ατζέντα με ορισμένα εξωφρενικά ανίδεα tweets, γράφοντας πως η Γερμανία "οφείλει τεράστια ποσά στο ΝΑΤΟ" και πως οι ΗΠΑ "πρέπει να πληρώνονται περισσότερα για την ισχυρή και πολύ ακριβή άμυνα που παρέχουν στη Γερμανία".

    Μια ευθεία απάντηση στους ισχυρισμούς αυτούς -ότι η Γερμανία δεν χρωστάει τίποτα στο ΝΑΤΟ και πως τα μέλη του ΝΑΤΟ δεν καταβάλουν, και δεν πρόκειται να το κάνουν, τίποτα στις ΗΠΑ για την άμυνα- είναι τόσο ανούσια όσο και τα σχόλια του Trump: δεν αντιστοιχεί στην πραγματική εθνική ατζέντα ασφάλειας της Γερμανίας και σε αυτά που κάνει η χώρα να την εφαρμόσει.

    Τα μέλη του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, έχουν δεσμευτεί να δαπανούν το 2% του ΑΕΠ τους για την άμυνα, αλλά δεν είναι σαφές εάν ο Trump κατανοεί ότι τα χρήματα δεν πηγαίνουν στο ΝΑΤΟ. Πρόκειται για τις συνολικές στρατιωτικές δαπάνες μιας χώρας. Δεν είναι λες και κάθε χρόνο που μια χώρα χάνει το στόχο, το έλλειμμα προστίθεται κάπου, σε κάποιο χρέος. Όπως επισήμανε η Γερμανίδα υπουργός Άμυνας Ursula von der Leyen την Κυριακή, "το ΝΑΤΟ δεν έχει λογαριασμό χρεών". Το ΝΑΤΟ έχει έναν προϋπολογισμό, στον οποίο συνεισφέρουν τα μέλη του, βάσει μιας συμφωνίας επιμερισμού του κόστους και η συμβολή της Γερμανίας, που καταβάλλεται αδιάλειπτα κάθε χρόνο, είναι η δεύτερη μεγαλύτερη μετά από αυτή των ΗΠΑ και ίση με το 14% του συνόλου. Κανένα μέρος αυτών των χρημάτων δεν πηγαίνει στις ΗΠΑ.

    Ούτε η Γερμανία πληρώνει κάποιο τίμημα για το κόστος συντήρησης των στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ επί γερμανικού εδάφους, αν και παρέχει δωρεάν γη, δωρεάν υποδομές και φοροελαφρύνσεις σε αντάλλαγμα για το θετικό οικονομικό αντίκτυπο που έχουν οι εγκαταστάσεις στις πόλεις που τις φιλοξενούν. Ένας λόγος που έχει γίνει αυτή η ρύθμιση είναι επειδή οι ΗΠΑ θέλουν αυτές τις βάσεις και θα προτιμούσαν να μην τις μετακινήσουν αλλού. Επίσης, οι ΗΠΑ μείωσαν δραστικά την ανάπτυξη δυνάμεων στην Ευρώπη, και ειδικότερα στη Γερμανία, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Ο αριθμός του στρατιωτικού προσωπικού των ΗΠΑ που είναι τοποθετημένο στη Γερμανία έχει συρρικνωθεί κατά περισσότερο από 200.000.

    Δεν είναι σαφές το πώς θα ήθελε ο Trump να πληρώσει η Γερμανία ή για ποιον λόγο. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι καν σίγουρο εάν η χώρα θα αυξήσει τις στρατιωτικές της δαπάνες στο 2% του ΑΕΠ έως το 2024 –το έτος που ο Trump θα εγκαταλείψει την προεδρία εάν υπηρετήσει για δεύτερη θητεία. Υπάρχουν δύο λόγοι για αυτό: το μαγικό νούμερο 2% έχει μικρό πρακτικό νόημα και τα εθνικά συμφέροντα ασφάλειας της Γερμανίας δεν εμπίπτουν στο σύνολό τους στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.

    Παρά το χαμηλό μερίδιο των στρατιωτικών δαπανών στο ΑΕΠ, η Γερμανία έχει τη δεύτερη μεγαλύτερη, μετά τις ΗΠΑ, συνεισφορά σε στρατεύματα στις δύο τρέχουσες μεγάλες αποστολές του ΝΑΤΟ –την αποστολή Resolute Support για την εκπαίδευση των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας και την αποστολή δυνάμεων του Κοσσυφοπεδίου. Έχει επίσης παραχωρήσει ανθρώπινο δυναμικό για το νέο πρόγραμμα διασφάλισης των τριών κρατών της Βαλτικής: είναι υπεύθυνη για τη Λιθουανία. Η Γερμανία συνεισφέρει το 5,1% του συνόλου των στρατιωτικών δαπανών της συμμαχίας, ένα ποσοστό που συγκρίνεται με το 6,7% του Ηνωμένου Βασιλείου, αν και το Ηνωμένο Βασίλειο εκπληρώνει τη δέσμευση του 2%, ενώ η Γερμανία όχι.

    Θα ήταν η Γερμανία, αλλά και το ΝΑΤΟ συνολικά, πιο ασφαλείς, αν η Γερμανία αφιέρωνε μεγαλύτερο μερίδιο του προϋπολογισμού της στο στρατό; Πιθανώς όχι. Ακόμα και τώρα, υπάρχουν σημαντικά προβλήματα αποτελεσματικότητας των δαπανών, ιδίως στον τομέα των προμηθειών. Εκτός αυτού, έχοντας διακόψει τη στρατολόγηση το 2011, η Γερμανία δεν προσελκύει αρκετούς νεοσύλλεκτους για να δικαιολογήσουν μια μεγάλη ώθηση στον τομέα των δαπανών. Μετά από μια σειρά μεταρρυθμίσεων, ο Bundeswehr δεν έχει σχεδιαστεί για να είναι ένας τεράστιος μόνιμος στρατός, αλλά περισσότερο μια λεπτή δύναμη ταχείας αντίδρασης.

    Γράφοντας για το Ινστιτούτο Διεθνούς Πολιτικής της Γερμανίας το 2014, ο Christian Moelling χαρακτήρισε τη δέσμευση του 2% μια "ψευδαίσθηση", εξηγώντας ότι, για να καταστεί η ευρωπαϊκή ασφάλεια πιο αποτελεσματική, τα εθνικά κράτη χρειάζονται περισσότερη συνεργασία και συντονισμό, όχι περισσότερες δαπάνες. Η Γερμανία, εξήγησε, θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως "καταλύτης" μιας τέτοιας προσπάθειας συντονισμού, ένα "έθνος πλαίσιο" που θα έφερνε σε επαφή τις μικρότερες χώρες, βοηθώντας τες να ειδικευτούν σε ορισμένους τομείς της στρατιωτικής εμπειρογνωμοσύνης.

    Αυτή είναι μια πολιτικά δύσκολη ιδέα: Ένα ευρωπαϊκό στρατιωτικό σχέδιο που θα στηρίζεται σε ένα γερμανικό θα ξεσήκωνε τους ευρωσκεπτικιστές σε ολόκληρη την ήπειρο. Αλλά η γερμανική κυβέρνηση καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την επίτευξη αποτελεσματικότητας με διμερείς συμφωνίες προμηθειών και συντήρησης -για υποβρύχια με τη Νορβηγία, για αεροσκάφη μεταφοράς με τη Γαλλία, για μη επανδρωμένα αεροσκάφη με την Ιταλία και τη Γαλλία. Γίνονται, επίσης, προσπάθειες να διαμορφωθούν κοινές μονάδες μέσω στενής συνεργασίας με την Τσεχική Δημοκρατία και τη Ρουμανία.

    Οι προσπάθειες αυτές είναι πιο περίπλοκες από ό, τι η απλή κατανομή περισσότερων ευρώ στην άμυνα, και είναι μάλλον άσκοπο να προσπαθήσουμε να τις εξηγήσουμε στον Trump, ο οποίος έχει την τάση να σκέφτεται με όρους χρήματος. Αλλά η αυξημένη ασφάλεια δεν αποτελεί άμεση συνάρτηση της δαπάνης. Η Ρωσία, που προβάλλεται ως μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές απειλές για τη Δύση, είχε αμυντικό προϋπολογισμό ύψους 66 δισ. δολαρίων το περασμένο έτος και έχοντας ολοκληρώσει ένα σημαντικό πρόγραμμα επανεξοπλισμού, μειώνει το ποσό στα 49 δισ. δολάρια φέτος. Αυτό υπερβαίνει μόνο ελαφρώς τα 41,6 δισ. δολάρια των αμυντικών δαπανών της Γερμανίας.

    Η Ρωσία θεωρείται πιο απειλητική από τη Γερμανία στρατιωτικά επειδή είναι πιο επιρρεπής στις επικίνδυνες αποστολές,  πιο πρόθυμη να εμπλακεί σε συγκρούσεις και πιο ανεκτική στις απώλειες και όχι επειδή ξοδεύει πολύ περισσότερα. Οι Γερμανοί πολιτικοί το αντιλαμβάνονται αυτό -και, δεδομένης της ιστορίας του έθνους τους, έχουν συνειδητά επιλέξει μια διαφορετική πορεία. Απαντώντας στα tweets του Trump, ο υπουργός Εξωτερικών Sigmar Gabriel, ανέφερε:

    Μια συνετή πολιτική ασφαλείας δεν καθορίζεται από τον αριθμό των τανκς, την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών σε τρελά ύψη και τους αγώνες δρόμου για τα όπλα. Μια συνετή πολιτική ασφάλειας σημαίνει πρόληψη έναντι κρίσεων, σταθεροποίηση των αδύναμων κρατών, οικονομική ανάπτυξη και αγώνας κατά της πείνας, της κλιματικής αλλαγής και της λειψυδρίας.

    Ο Gabriel έχει υποστηρίξει στο παρελθόν ότι τα δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ που δαπανά η Γερμανία για την αποδοχή και την προσπάθεια ένταξης των αιτούντων άσυλο αποτελούν επίσης επένδυση στην ασφάλεια. Η σύγχρονη Γερμανία έχει πολύ μεγαλύτερη όρεξη να αυξήσει την ήπια δύναμή της από ό,τι τη στρατιωτική της ισχύ. Στο παρελθόν, η αντίθετη προσέγγιση δεν απέδωσε.

    Οι ΗΠΑ βλέπουν συχνά τη Γερμανία ως ένα μετά βίας μέλος του ΝΑΤΟ. Έχουν, ωστόσο, δικό τους εθνικό συμφέρον όπως αυτό περιγράφηκε στη λευκή βίβλο της κυβέρνησης το περασμένο έτος –μόλις η τρίτη έκδοση από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αποδίδει στις ΗΠΑ το ρόλο του πιο σημαντικού συμμάχου της Γερμανίας, αλλά παράλληλα μιλά για έναν πολυπολικό κόσμο στον οποίο τα κράτη και οι μη κρατικοί φορείς διεξάγουν υβριδικούς πολέμους στους οποίους η τρομοκρατία είναι η υπ' αριθμόν ένα απειλή. Το ΝΑΤΟ δεν έχει σχεδιαστεί για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας -εξακολουθεί να επικεντρώνεται στην Ρωσία ως έναν σημαντικό αντίπαλο. Η γερμανική Λευκή Βίβλος θεωρεί τη Ρωσία "πρόκληση", αλλά σημειώνει ότι "η βιώσιμη ασφάλεια και ευημερία της Ευρώπης δεν θα διαρκέσει χωρίς σταθερή συνεργασία με τη Ρωσία".

    Έξω από το ΝΑΤΟ, η Γερμανία έχει μεγαλύτερη συνεισφορά από ό,τι το Ηνωμένο Βασίλειο, για να μην πούμε από τις ΗΠΑ, στην αστυνόμευση και τις ειρηνευτικές αποστολές των Ηνωμένων Εθνών. Στην Ευρώπη, μόνο η Γαλλία και η Ισπανία τροφοδοτούν το σώμα κυανόκρανων του ΟΗΕ.

    Με άλλα λόγια, αν και η πυρηνική αποτροπή των ΗΠΑ παρέχει σημαντικές εγγυήσεις ασφάλειας στη Γερμανία, τα συμφέροντα της εθνικής της ασφάλειας δεν ευθυγραμμίζονται 100% με αυτά του ΝΑΤΟ ή των ΗΠΑ. Παρ 'όλα αυτά, η Merkel επιβεβαίωσε τις δεσμεύσεις της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ και έκανε κινήσεις προς την επίτευξή τους όσο πιο γρήγορα μπορούσε κάτω από την επιτακτική ανάγκη της για προϋπολογισμό χωρίς έλλειμμα –τη σημαντικότερη υπόσχεση του κόμματός της στους ψηφοφόρους. Ο Trump δεν φαίνεται να το εκτιμά αυτό, αλλά ο ίδιος δεν έχει καμία δυνατότητα να αναγκάσει την Merkel ή τους διαδόχους της να κάνουν περισσότερα. Αυτό που θα πάρει αντ 'αυτού θα είναι ευγενικές διαβεβαιώσεις ότι οι δεσμεύσεις εξακολουθούν να ισχύουν, καθώς η Γερμανία κρατά για τον εαυτό της αυτό που θεωρεί καλύτερο για να παραμένει ασφαλής. Και κάπως έτσι εμφανίζονται οι ρωγμές ακόμη και στις πιο ισχυρές συμμαχίες.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ