Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 21-Νοε-2018 00:14

    Χρηματοδοτώντας την ανάπτυξη

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Τάσου Αναστασάτου

    Kομβικής σημασίας η μείωση του κινδύνου της χώρας με επίδειξη αποφασιστικότητας στην προώθηση των διαρθρωτικών αλλαγών, ώστε να τονωθεί η αξιοπιστία έναντι των αγορών. 

    Η έξοδος της ελληνικής οικονομίας από τα προγράμματα προσαρμογής αναδεικνύει με επιτακτικό τρόπο το ζήτημα της πρόσβασης κράτους και ιδιωτικού τομέα στις χρηματοοικονομικές αγορές. Αφενός, το κράτος δεν μπορεί να υπολογίζει πλέον σε χρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους από τον επίσημο τομέα. Αφετέρου, ο αυξημένος κίνδυνος χώρας συμπαρασύρει το κόστος δανεισμού τραπεζών και επιχειρήσεων, δημιουργώντας ανταγωνιστικό μειονέκτημα στην ελληνική οικονομία και δυσχεραίνοντας την –τόσο κρίσιμη– διεξαγωγή επενδύσεων. Κάποιοι θεωρούν ότι το πρόβλημα έγκειται στην αδυναμία των ελληνικών τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη λόγω έλλειψης ρευστότητας. Είναι, όμως, έτσι; 

    Η συνεχιζόμενη για χρόνια αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών δημιουργεί συνθήκες ανεπάρκειας εγχώριων αποταμιευτικών πόρων. Οι ελληνικές τράπεζες, μέσω σταδιακής –αν και αργής– επιστροφής καταθέσεων και απομόχλευσης, έχουν καταφέρει να μειώσουν το κενό μεταξύ ιδιωτικών δανείων και καταθέσεων στα 44,7 δισ. ευρώ. Η εξάρτηση από το Ευρωσύστημα για ρευστότητα έχει μειωθεί στα 12,2 δισ. ευρώ, από 126,6 δισ. ευρώ το 2015. Ωστόσο, οι τράπεζες εξακολουθούν να βαρύνονται με υψηλό απόθεμα Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (ΜΕΑ). Οι ελληνικές τράπεζες έχουν δεσμευτεί έναντι του SSM για μείωση των ΜΕΑ κατά  40 δισ. ευρώ μεταξύ 2016 και 2019 με τη χρήση δέσμης εργαλείων (θεραπεία επισφαλών δανείων, πωλήσεις στοιχείων ενεργητικού, ρευστοποίηση εχεγγύων και διαγραφές). Μέχρι στιγμής, υπεραποδίδουν έναντι του στόχου και συζητούν με τον SSM για νέους, πιο φιλόδοξους στόχους έως το 2021. Δεδομένου του όγκου των επισφαλειών, η προσπάθεια θα είναι πολυετής. Στην πραγματικότητα, όμως, η μείωση των ΜΕΑ, αν και επώδυνη, απελευθερώνει πόρους παγιδευμένους σε μη βιώσιμες δραστηριότητες ώστε να αξιοποιηθούν σε παραγωγικές χρήσεις.

    Γιατί, λοιπόν, οι ρυθμοί πιστωτικής επέκτασης προς τον ιδιωτικό τομέα παραμένουν σε αρνητικό έδαφος; Η απάντηση είναι ότι την πορεία της αγοράς δανείων δεν την καθορίζει μόνο η πλευρά της προσφοράς, αλλά και η πλευρά της ζήτησης. Για να δοθούν δάνεια, πρέπει να υπάρχουν βιώσιμες επενδυτικές προτάσεις και αξιόχρεοι δανειολήπτες. Η συνθήκη αυτή σε πολύ μικρό βαθμό ικανοποιείται σήμερα. Το 34% των ήδη ειλημμένων δανείων επιχειρήσεων και νοικοκυριών δεν εξυπηρετούνται. Επιπλέον, στις επιχειρήσεις, η ζήτηση για νέα δάνεια δεν συνοδεύεται πάντα από την κατάθεση ικανοποιητικού επενδυτικού σχεδιασμού. Στα νοικοκυριά, η ζήτηση για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια παραμένει ασθενική, μειωμένη πάνω από 80% έναντι του 2007.

    Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι, σε αντίθεση με τον προηγούμενο κύκλο ανάπτυξης, όπου η πιστωτική επέκταση προηγήθηκε και χρηματοδότησε μια φρενήρη αύξηση της εγχώριας ζήτησης, αυτήν τη φορά πρέπει να προηγηθεί η ανάπτυξη, η οποία θα βάλει σε κίνηση την αγορά για δάνεια. Ανάπτυξη σημαίνει δημιουργία καταθέσεων, βιώσιμα διαθέσιμα εισοδήματα και επενδυτικές ιδέες, αυξανόμενη πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές για κράτος, τράπεζες και επιχειρήσεις, βελτιωμένη ποιότητα ζήτησης για πιστώσεις και καταθετική εμπιστοσύνη. Θα είναι μια πιο αργή διαδικασία, αλλά θα αποτρέψει την επανάληψη λαθών και υπερβολών του παρελθόντος του υπερδανεισμού.

    Είναι κομβικής σημασίας, λοιπόν, η μείωση του κινδύνου χώρας ώστε να μειωθούν διατηρήσιμα τα επιτόκια δανεισμού Δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Ο κύριος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό, και μάλιστα εντός ενός εξαιρετικά ρευστού διεθνούς περιβάλλοντος, είναι η επίδειξη αποφασιστικότητας στην προώθηση των διαρθρωτικών αλλαγών, ώστε να τονωθεί η αξιοπιστία της χώρας έναντι των αγορών. Τα υπόλοιπα έπονται.

    * Ο κ. Τάσος Αναστασάτος είναι επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου Eurobank και πρόεδρος του επιστημονικού συμβουλίου της ΕΕΤ. 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων