Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 11-Ιουλ-2018 00:04

    Μακροοικονομικές προβλέψεις Γ' τριμήνου 2018: Μια ιστορία με πιθανά πολύ άσχημο τέλος

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Steen Jakobsen

    Η παγκόσμια οικονομία διέρχεται μια από τις πιο επικίνδυνες περιόδους από την Πτώση του Τείχους, το 1989. Ο όρος "εμπορικός πόλεμος", ο οποίος θα έπρεπε να έχει ξεχαστεί στα ντουλάπια της Ιστορίας, βρίσκεται καθημερινά στα πρωτοσέλιδα. Η κοντόφθαλμη στάση των κυβερνήσεων παγκοσμίως είναι εντυπωσιακή και ταυτόχρονα –αν αναλογιστούμε την ιστορία των εμπορικών πολέμων– εξαιρετικά ανησυχητική.

    Έχουμε μπροστά μας τρεις πιθανές εξελίξεις:

    1. Μια "ήπια" κρίση, κατά την οποία οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ευρώπη θα επιβάλουν μεν υψηλότερους δασμούς, αλλά τελικά δεν θα χτίσουν "τείχη" – πιθανότητα: 25%.
    2. Μια πιο έντονη κρίση, με τις εντάσεις να κλιμακώνονται όσο πλησιάζουμε στις ενδιάμεσες εκλογές της 6ης Νοεμβρίου στις ΗΠΑ (όπου ο Πρόεδρος Τραμπ θα κληθεί να αποδείξει στην εκλογική του βάση ότι τηρεί τις υποσχέσεις του για μια "καλύτερη συμφωνία για τις ΗΠΑ"), αλλά και αργότερα – πιθανότητα: 50%.
    3. Μια κίνηση στα βήματα του Νόμου Σμουτ-Χόλεϋ περί Δασμών που ψήφισαν οι ΗΠΑ το 1930 – πιθανότητα: 25%.

    Τονίζουμε ότι όλα τα παραπάνω σενάρια έχουν ως συνέπεια χαμηλότερη παγκόσμια ανάπτυξη. Σε έναν εμπορικό πόλεμο δεν υπάρχουν νικητές. Η τάση δείχνει προς τη λάθος κατεύθυνση, αφού οι στόχοι των εθνικιστικών δυνάμεων υπονομεύουν το κύρος παγκόσμιων θεσμικών πλαισίων.

    Η ιστορία μάς διδάσκει ότι αυτή η υπόθεση μπορεί να έχει άσχημο τέλος. Το χειρότερο παράδειγμα είναι ο Νόμος Σμουτ-Χόλεϋ περί Δασμών του 1930, ο οποίος επέβαλε δασμολογικές αυξήσεις 45% σε περισσότερα από 20.000 εισαγόμενα προϊόντα. Ο Νόμος επεδίωκε να υλοποιήσει την εκλογική υπόσχεση για προστασία των Αμερικανών αγροτών, οι οποίοι πριν από τη Μεγάλη Ύφεση αποτελούσαν το 25% του πληθυσμού των ΗΠΑ. Ο καταστροφικός του αντίκτυπος έγινε άμεσα αισθητός:

    * Μάιος 1929: Ο Νόμος Σμουτ-Χόλεϋ λαμβάνει την έγκριση της Βουλής – οι τιμές των μετοχών υποχωρούν στις 191 μονάδες.

    * 19 Ιουνίου 1929: Οι Ρεπουμπλικάνοι Γερουσιαστές αναθεωρούν το προσχέδιο – η αγορά καταγράφει ράλι που κορυφώνεται στις 3 Σεπτεμβρίου, φτάνοντας τις 216 μονάδες.

    * 21 Οκτωβρίου 1929: Η Γερουσία επιβάλλει δασμούς στις εισαγωγές μη-αγροτικών προϊόντων – κατάρρευση του χρηματιστηρίου τη "Μαύρη Πέμπτη".

    * 31 Οκτωβρίου 1929: Ο πρόεδρος Χέρμπερτ Χούβερ στηρίζει το νομοσχέδιο – οι ξένοι επενδυτές ξεκινούν να αποσύρουν κεφάλαια.

    * 24 Μαρτίου 1930: Η Γερουσία εγκρίνει το νομοσχέδιο – οι μετοχές υποχωρούν.

    * 17 Ιουνίου 1930: Ο πρόεδρος Χούβερ υπογράφει τον Νόμο – τον Ιούλιο οι μετοχές υποχωρούν στις 140 μονάδες.

     

    pin


     

    Με την εφαρμογή του Νόμου Σμουτ-Χόλεϋ, το παγκόσμιο εμπόριο μειώθηκε κατά 65%. Οι εξαγωγές των ΗΠΑ μειώθηκαν από 7 δισ. δολάρια το 1929, στα 2,5 δισ. το 1932, ενώ οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων μειώθηκαν στο ένα τρίτο. Κατά παράδοξο τρόπο, παράλληλα οι τιμές των σιτηρών κατέρρευσαν, αφήνοντας εκατομμύρια αγρότες πάμπτωχους.

    Το 1989, ο Φράνσις Φουκουγιάμα δημοσίευσε το διάσημο δοκίμιο "Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος". Εν μέσω της κατάρρευσης της Σοβιετικής αυτοκρατορίας και των διαδηλώσεων στην Τιενανμέν, ο Φουκουγιάμα υποστήριξε ότι η νίκη της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ήταν δεδομένη, αφού "η Ιστορία... φαίνεται να ολοκληρώνεται με την ελευθερία: εκλεγμένες κυβερνήσεις, ατομικά δικαιώματα, ένα οικονομικό σύστημα όπου το κεφάλαιο και η εργασία κινούνται με σχετικά χαμηλό βαθμό εποπτείας από το κράτος".

    Ωστόσο τα επιχειρήματα του Φουκουγιάμα δεν φαίνεται να υποστηρίζονται από τα γεγονότα. Με την ανάπτυξη της παγκοσμιοποίησης, το οικονομικό μοντέλο άρχισε να εμφανίζει ρωγμές. Οι περισσότεροι θα υποστηρίξουν ότι η παγκοσμιοποίηση ορίζεται από την τεχνολογία• το ίντερνετ υπερνικά τα σύνορα και με αυτόν τον τρόπο δημιουργεί οικονομίες κλίμακας και καθεστώς διαφάνειας των τιμών. Η κλασική θεωρία του εμπορίου μάς διδάσκει ότι ενώ το εμπόριο μπορεί να αυξήσει τη συνολική ανάπτυξη και το καθολικό εισόδημα, μπορεί επίσης να δημιουργήσει νικητές και ηττημένους.

    Αν ο ηττημένος είναι μια μεγάλη οικονομία ή μια ισχυρή πολιτική δύναμη, ενδέχεται να επιβάλει περιορισμούς, για παράδειγμα δασμούς, προκειμένου να αντισταθμίσει το ανταγωνιστικό της μειονέκτημα.

    Αυτό που κάνει σήμερα τα εμπορικά ζητήματα ακόμα πιο δύσκολα είναι ότι τα νομίσματα δεν ακολουθούν πλέον την πορεία που υποδεικνύουν οι δυναμικές των τρεχουσών συναλλαγών. Μια χώρα με πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών υποτίθεται ότι πρέπει να δει το νόμισμά της να ισχυροποιείται/αυξάνεται. Στον σύγχρονο κόσμο, όμως, οι οικονομίες με μεγάλα πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών επιδιώκουν να αποφύγουν να έχουν ισχυρό νόμισμα έναντι του παγκόσμιου προτύπου, του δολαρίου, ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικές και να απομακρύνουν τον κίνδυνο αποπληθωρισμού (και, βέβαια, τον τρομακτικό αντίκτυπο που θα είχε αυτός σε έναν υπερχρεωμένο κόσμο).

    Κι μετά έρχεται ο Ντόναλντ Τραμπ, για να ανακοινώσει στον κόσμο ότι δεν αποδέχεται πλέον το status quo και ότι η τρέχουσα συνθήκη είναι άδικη για τις ΗΠΑ.

    Το σκεπτικό του Τραμπ διαμορφώνεται περίπου ως εξής: "Βοηθήσαμε την Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με το Σχέδιο Μάρσαλ. Βοηθήσαμε την Κορέα και την Ιαπωνία μετά τον πόλεμο της Κορέας, αλλά και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Βοηθήσαμε ακόμα και την Κίνα, ανοίγοντας την πόρτα του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου το 2001. Και τι πήραμε ως αντάλλαγμα; Τίποτα! Τίποτα, εκτός από ελλείμματα χωρίς πάτο".

    Αυτή είναι η ιστορία που λέει ο πρόεδρος Τραμπ στους ψηφοφόρους του, και αυτή την άποψη είχε από παλιά, πολύ πριν εκλεγεί.

     

    pin

     

    Η γενική εκτίμηση συνεχίζει να θεωρεί ότι θα αποφευχθεί ένας ολοκληρωτικός εμπορικός πόλεμος. Ωστόσο, η πεποίθηση αυτή παραβλέπει τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Η όλη ιστορία δεν αφορά μόνο τον Τραμπ. Σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό και με την απόφαση της Κίνας να αναβαθμίσει το παγκόσμιο προφίλ της σε όλα τα επίπεδα. 

    Διαβάστε το άρθρο που δημοσίευσε πρόσφατα το δημοσιογραφικό πρακτορείο Xinhua: President Xi urges breaking new ground in major country diplomacy with Chinese characteristics. Πρόκειται ουσιαστικά για μια εξαγγελία προς τον κόσμο ότι η Κίνα πλέον ανταγωνίζεται τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της για την παγκόσμια ηγεμονία στο εμπόριο αλλά και στην πολιτική διακυβέρνηση. Η χαρακτηριστικά κρυπτογραφική γλώσσα που χρησιμοποιεί εξακολουθεί να στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: "[Ο Xi Jinping] προέτρεψε επίσης σε μεγαλύτερες προσπάθειες για την αυστηρή διαφύλαξη των συμφερόντων της Κίνας σε επίπεδο κυριαρχίας, ασφάλειας και ανάπτυξης, για ενεργή και ηγετική συμμετοχή της χώρας στη διαδικασία μεταρρύθμισης του παγκόσμιου συστήματος διακυβέρνησης, και για τη δημιουργία ενός πιο ολοκληρωμένου δικτύου παγκόσμιων συνεργασιών, ώστε να υπάρξει νέα πρόοδος στη διπλωματία της χώρας, με κινεζικά χαρακτηριστικά, η οποία θα έχει στόχο να δημιουργήσει ένα ευνοϊκό περιβάλλον και να συμβάλει δεόντως στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας μετριοπαθούς ευημερίας και μιας μεγάλης σύγχρονης σοσιαλιστικής χώρας από όλες τις απόψεις".

    Η βασική προσέγγιση αυτού του στόχου από την Κίνα μέχρι στιγμής έχει εμπορική μορφή, μέσω της αφοσίωσης στο σχέδιο "Μία ζώνη, ένας δρόμος".

    Το Πεκίνο είναι πιθανό να έχει ήδη εγκαταλείψει την ιδέα των ΗΠΑ ως μακροπρόθεσμη αγορά εξαγωγών. Όσο περισσότερο διατηρήσει η Κίνα το μερίδιό της εκεί τόσο το καλύτερο, ωστόσο το σχέδιο Β (ή, αλλιώς, σχέδιο "Μία ζώνη, ένας δρόμος") έχει τεθεί ήδη σε εφαρμογή και είναι ένα σχέδιο που παρακάμπτει τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ, από την άλλη, αυτή τη στιγμή διαλύουν τους διεθνείς οργανισμούς που στήριξαν την ανάπτυξη και την παγκοσμιοποίηση μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και μετά την Πτώση του Τείχους.

    Η έκθεση των Ηνωμένων Εθνών που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Μάιο το δηλώνει ξεκάθαρα: ένας εμπορικός πόλεμος μπορεί να προκαλέσει "κατακόρυφη πτώση των παγκόσμιων επενδύσεων και του παγκόσμιου εμπορίου".

    Σύμφωνα με όσα παρουσιάζει η έκθεση, τυχόν απότομη κλιμάκωση των εμποδίων στο παγκόσμιο εμπόριο ενδέχεται να μειώσει τον ρυθμό ανάπτυξης του παγκόσμιου ακαθάριστου προϊόντος κατά 1,4% το 2019 και να επιβραδύνει την ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου κατά περισσότερο από 6%. Εμπορικές απώλειες αυτού του μεγέθους αγγίζουν σχεδόν το μισό αυτών που είδαμε το 2009, το χειρότερο έτος της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Εάν η πρόσφατη τάση με τις πιο έντονες εμπορικές διαμάχες κλιμακωθεί ώσπου να καταλήξει σε έναν φαύλο κύκλο αντιποίνων, οι επιπτώσεις για την παγκόσμια οικονομία –και τις οικονομίες πολλών αναπτυσσόμενων χωρών– μπορεί να αποδειχθούν ακόμη πιο σκληρές από τότε.

    Υποχώρηση της παγκόσμιας ανάπτυξης, πτώση των δεικτών μεταβολής χρηματοδότησης σε παγκόσμιο επίπεδο και μαζικός εφησυχασμός απέναντι στην απειλή ενός εμπορικού πολέμου – αυτές είναι οι ανησυχητικές ενδείξεις που έχουμε για το υπόλοιπο του 2018.

    * Ο κ. Steen Jakobsen είναι  Επικεφαλής Οικονομολόγος της Saxo Bank

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων