Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 25-Απρ-2018 00:05

    Η σπουδαιότητα της τραπεζικής χρηματοδότησης στη λειτουργία της οικονομίας

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Μιχάλη Ανδρεάδη

    Η χρηματοδότηση μέσω του τραπεζικού συστήματος κατέχει εξέχοντα ρόλο στο ευρύτερο πεδίο της οικονομικής δραστηριότητας. Παραδοσιακά, ο πρωταρχικός ρόλος των πιστωτικών ιδρυμάτων είναι η χρηματοδότηση επιχειρήσεων για την εκπόνηση επενδύσεων και συνακόλουθα για την κάλυψη βραχυπρόθεσμων αναγκών και κεφαλαίου κίνησης. Παράλληλα, οι τραπεζικοί φορείς παρέχουν πιστώσεις σε ιδιώτες και νοικοκυριά, χρηματοδοτώντας διάφορους τομείς της κατανάλωσης, ενώ σημαντικό κομμάτι της αγοράς αποτελεί, φυσικά, και η στεγαστική πίστη. Κατά συνέπεια, εύκολα γίνεται αντιληπτό πως μια απότομη συρρίκνωση στην παροχή πίστωσης εκ μέρους των τραπεζών καθίσταται αυτομάτως τροχοπέδη στην ανάπτυξη, προκαλώντας πολλαπλές αλυσιδωτές αντιδράσεις και επηρεάζοντας μια πληθώρα οικονομικών μεταβλητών, συμπεριφορών και επενδυτικών αποφάσεων. Και μην ξεχνάμε πως μια παρατεταμένη αρνητική πιστωτική επέκταση επιφέρει  αρνητικό αντίκτυπο συνολικά στην οικονομική δραστηριότητα, κάτι που έχουμε δει στη χώρα μας.

    Σε μικροοικονομικό επίπεδο "σφικτές" συνθήκες χρηματοδότησης ως επί το πλείστον οδηγούν τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά σε αξιοσημείωτη καθυστέρηση, περικοπή, ακόμη και ακύρωση επενδυτικών ή καταναλωτικών αποφάσεων, οι οποίες καθίστανται ατελέσφορες δίχως τραπεζικό δανεισμό. Εναλλακτικά, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους, οι συμμετέχοντες στην οικονομική δραστηριότητα στρέφονται κατά καιρούς σε άλλες μορφές χρηματοδότησης (π.χ. οι εκδόσεις ομολόγων, η άντληση χρημάτων από το Χρηματιστήριο ή οι ίδιοι πόροι/αποθεματικά), που σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να είναι ακριβότερες και, ως εκ τούτου, επιβαρύνουν την οικονομική ανάπτυξη.

    Από την άλλη πλευρά, μελέτη του ΔΝΤ ("Creditless Recoveries”, Mάρτιος 2011) καταδεικνύει πως μια οικονομία μπορεί τελικά να επιτύχει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης ακόμη και εν μέσω αρνητικής πιστωτικής επέκτασης, αλλά η ανάπτυξη αυτή θα είναι μειωμένη κατά 30% συγκριτικά με την δυνητική ανάπτυξη της οικονομίας, σημειώνοντας ταυτόχρονα καθυστέρηση στην επίτευξη της. Στην ίδια μελέτη σημειώνεται πως οι επενδύσεις έχουν δυσανάλογα μικρότερη συνεισφορά στην ανάπτυξη (σε σχέση με την ανάπτυξη συνδυαζόμενη με θετικούς ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης), ενώ τόσο η παραγωγικότητα, όσο και η δημιουργία παγίου κεφαλαίου επηρεάζονται αρνητικά.

    Η προαναφερόμενη θεωρία συνάδει, δυστυχώς, με την τρέχουσα ελληνική οικονομική πραγματικότητα. Εν προκειμένω, σε όρους ονομαστικού ΑΕΠ η χώρα απώλεσε σωρευτικά περίπου 65 δισ. ευρώ (ή 26%) από το 2009 και μετά. Αντίστοιχα, σύμφωνα με στοιχεία της ΤτΕ, ο τραπεζικός δανεισμός μειώθηκε σε επίπεδο καθαρών υπολοίπων κατά περίπου 100 δισ. ευρώ (ή 75 δισ. ευρώ πριν από τις προβλέψεις), ενώ "χάθηκαν" και πάνω από 100 δισ. καταθέσεων, τα οποία είτε έφυγαν στο εξωτερικό, είτε παρέμειναν στην χώρα, αλλά εκτός τραπεζικού συστήματος. Από πλευράς πραγματικών ροών χρηματοδότησης (δηλαδή πριν από διαγραφές και αποπληρωμές), η χώρα βίωσε απώλειες περίπου 43 δισ. ευρώ στην οκταετία 2010-2017.

    Με βάση όλα τα παραπάνω, κρίνει κανείς ότι έχουν πλέον δημιουργηθεί ευνοϊκές συνθήκες για την αναχρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα. Για παράδειγμα, ο δείκτης δάνεια του ιδιωτικού τομέα προς ΑΕΠ βρίσκεται σήμερα στο 97%, ενώ εξαιρουμένων των προβλέψεων ο δείκτης είναι μόλις στο 74%. Τα επίπεδα αυτά είναι αντίστοιχα με τα επίπεδα δανεισμού της χώρας πριν από την κρίση. Τα δάνεια μετά από προβλέψεις βρίσκονται στα επίπεδα δανεισμού του 2005-2006, ενώ τα εξυπηρετούμενα δάνεια στα επίπεδα του 2004-2005. Οι αντίστοιχοι δείκτες δανεισμού του ιδιωτικού τομέα είναι στο 144% του ΑΕΠ (μέσος όρος) για τις τρεις συγκρίσιμες χώρες του ευρωπαϊκού νότου (Ιταλία, Ισπανία Πορτογαλία), από 176% του ΑΕΠ το 2009. Προκειμένου λοιπόν η χώρα μας να επιτύχει τα επίπεδα δανεισμού των χωρών της Νότιας Ευρώπης θα πρέπει να σημειωθεί μια αξιοσημείωτη αύξηση των υπολοίπων, μέσω μιας ισχυρής πιστωτικής επέκτασης.

    Υπό το πρίσμα μιας άλλης οπτικής, οι προβλέψεις των θεσμών για την ελληνική οικονομία κάνουν λόγο για θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια, με κύριο μοχλό ανάπτυξης τις επενδύσεις και, σε πολύ μικρότερο βαθμό, την ιδιωτική κατανάλωση. Συνεπώς, αναμένεται ότι η ζήτηση για τραπεζική χρηματοδότηση θα σημειώσει άνοδο, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν όλα τα απαραίτητα έργα από την υπο-επένδυση που έχει βιώσει ο τόπος μας τα τελευταία χρόνια. Αυτή δε η ζήτηση μπορεί να χαρακτηριστεί υγιής, καθώς δεν θα αναλωθεί σε καταναλωτικά αγαθά (που πολλές φορές αυξάνουν και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών), αλλά θα διοχετευθεί σε επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, υποδομών και, ενδεχομένως, για την χρηματοδότηση ιδιωτικοποιήσεων.

    Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η χρηματοδότηση μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης, βοηθώντας τελικά στην μείωση της ανεργίας και ως εκ τούτου και στην αύξηση της κατανάλωσης. Επιπρόσθετα, η νέα χρηματοδότηση θα στηρίξει και τις τιμές όλης της γκάμας του ενεργητικού της χώρας, με πολλαπλά οφέλη για την οικονομία και την κοινωνία.

    * Ο κ. Μιχάλης Ανδρεάδης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Επενδυτικής Τράπεζας Ελλάδος

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων