Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 24-Απρ-2018 00:05

    O Γόρδιος Δεσμός των Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων ("Κόκκινων" Δανείων)

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του κ. Ηλία Ξηρουχάκη

    Τα μη εξυπηρετούμενα Ανοίγματα (ΜΕΑ)  αποτελούν από την αρχή της κρίσης, το μάτι ενός ισχυρού χρηματοοικονομικού κυκλώνα που δεν λέει να κοπάσει. Η διαχείριση των ΜΕΑ  από τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς  αναλώνει κεφάλαια και πολύτιμους πόρους (υλικούς, ανθρώπινους, συστήματα, χρόνο κλπ), ενώ αναμφίβολα μειώνει την κερδοφορία και αποδυναμώνει κεφαλαιακά τις τράπεζες, τη στιγμή που αυτές, εκ του σκοπού και του ρόλου τους, καλούνται να παράσχουν στην Εθνική οικονομία χρηματοδότηση για την υποστήριξη της ανάπτυξης και της απασχόλησης. Ο δραστικός περιορισμός του χρηματοδοτικού ρόλου των τραπεζών μπορεί, μεταξύ άλλων, να ελαττώσει  την αποτελεσματικότητα της εκάστοτε ασκούμενης νομισματικής πολιτικής (δυσχεραίνοντας τη δυναμική ανάπτυξης της οικονομίας), καθιστώντας τη διαδικασία ανάκαμψης  έως και αδύνατη. Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα μπορούν δε , εάν καταστούν ανεξέλεγκτα, να υπονομεύσουν ακόμα και την ίδια τη βιωσιμότητα μιας τράπεζας.

    Με γνώμονα τα παραπάνω, γίνεται αντιληπτό ότι η αποτελεσματικότερη διαχείριση των  ΜΕΑ αποτελεί σήμερα μακράν τη μεγαλύτερη πρόκληση για τον εγχώριο τραπεζικό κλάδο.  Η  αντιμετώπιση ενός τόσο σημαντικού (συστημικού) προβλήματος απαιτεί τη χάραξη και εφαρμογή συγκεκριμένης στρατηγικής με τρόπο δομημένο,  ρεαλιστικό, φιλόδοξο και στο πλαίσιο ενός  απτού χρονοδιαγράμματος. 

    pina


    Τα νέα από το μέτωπο των ΜΕΑ είναι, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ευχάριστα. Παρά το επικίνδυνο υφεσιακό σπιράλ των τελευταίων 10 ετών που βίωσαν σε όλη την έκτασή του οι τράπεζες , η ποιότητα του χαρτοφυλακίου δανείων τους εμφανίζεται σημαντικά βελτιωμένη κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2017. Ο λόγος των ΜΕΑ  προς το σύνολο των δανείων διαμορφώθηκε στο 48.5% το Δεκέμβριο του 2017 από 49.9% το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο, ήτοι μειωμένος κατά 4 δισ. ευρώ ή περίπου 4%.

    Κατά συνέπεια, σε σύνολο δανείων  222 δισ. ευρώ, το υπόλοιπο των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αποκλιμακώθηκε σημαντικά διαμορφούμενο στα 95,9 δισ. ευρώ.

    Η μείωση αυτή είναι η υψηλότερη (σε τριμηνιαία βάση) που έχει παρατηρηθεί από την αρχή της κρίσης και οφείλεται κυρίως σε διαγραφές δανείων που άγγιξαν τα 2,1 δισ. ευρώ και σε πωλήσεις ύψους 1,8 δισ. ευρώ. Θετική εξέλιξη επίσης κατά το τελευταίο έτος αποτέλεσε και η σταδιακή στροφή των τραπεζών σε λύσεις ρύθμισης μακροπρόθεσμου χαρακτήρα και δευτερευόντως σε λύσεις οριστικής διευθέτησης (π.χ. οριστική αποπληρωμή με ευνοϊκούς όρους) με αποτέλεσμα ο τριμηνιαίος ρυθμός αποκατάστασης της τακτικής εξυπηρέτησης δανείων (cure rate) να εμφανίζεται βελτιωμένος (αυξητικά)  στο 1,8%, υπερακοντίζοντας για πρώτη φορά από τον Δεκέμβριο του 2016 τον αντίστοιχο δείκτη αθέτησης (default rate), ο οποίος εμφανίζει φθίνουσα τάση αγγίζοντας το 1,7%.

    Η κατανομή των ΜΕΑ ανά είδος χορήγησης παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Με βάση τα πλέον πρόσφατα  διαθέσιμα στοιχεία, το υψηλότερο ποσοστό ΜΕΑ καταγράφεται στα δάνεια προς πολύ μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες (65,4%), ακολουθούν τα δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις (57%), τα καταναλωτικά δάνεια (49,3%), τα στεγαστικά  (43,4%) και τέλος με σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά τα δάνεια προς μεγάλες επιχειρήσεις (22,9%).

    Όσον αφορά στην ποιότητα των χαρτοφυλακίων ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, το υψηλότερο ποσοστό ΜΕΑ παρατηρείται στον κλάδο της εστίασης (79,8%). Ακολουθεί ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών, πληροφορικής και ενημέρωσης (74,1%), καθώς και κάποιοι υποκλάδοι της μεταποίησης (κλωστοϋφαντουργία με 75%, βιομηχανία χάρτου, ξύλου και επίπλων με 70,5% και λοιπές μεταποιητικές δραστηριότητες με 68,4%). Αντίθετα, το χαμηλότερο ποσοστό παρατηρείται στον κλάδο της δημόσιας διοίκησης (0,6%) και της ενέργειας (5%). Τρεις βασικοί κλάδοι ειδικού ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι στο παρελθόν αποτέλεσαν ατμομηχανές της οικονομίας, των κατασκευών, των καταλυμάτων  και της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, εμφανίζουν ατυχώς υψηλά ποσοστά μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων της τάξης του 67,1%, 45,1% και 56,9% αντίστοιχα. Οι εν λόγω κλάδοι αντιπροσωπεύουν αθροιστικά περίπου το 20% του συνόλου των επιχειρηματικών δανείων.

    Τα συμπεράσματα που εξάγονται από την κλαδική κατανομή των ΜΕΑ μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθούν από τους αναπτυξιακούς και τους χρηματοδοτικούς φορείς ώστε να συμπεριληφθούν κατάλληλα στα κρίσιμα στρατηγικά πλάνα αναδιάρθρωσης ή/και ανάπτυξης τους.   


    
Οι εν λόγω ενθαρρυντικές εξελίξεις στον εξόχως ευαίσθητο τομέα των ΜΕΑ, μόνο τυχαίες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Αποτελούν προϊόν συνεργασίας των Εγχώριων και Ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών και θεσμών (Τράπεζας της Ελλάδος, Ευρωπαϊκής Κεντρικής τράπεζας,  Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής, Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού κλπ) αλλά και πλήθους σχετικών νομοθετικών πρωτοβουλιών που υλοποιήθηκαν τα τελευταία 5 χρόνια. Οι τρεις κύριοι άξονες των παρεμβάσεων που έλαβαν χώρα είναι :
    •     Η ενίσχυση του εποπτικού και ρυθμιστικού πλαισίου. 
    •     Η άρση θεσμικών και διοικητικών εμποδίων.
    •     Η δημιουργία δευτερογενούς αγοράς διαχείρισης και απόκτησης δανείων

    Ωστόσο, οι προκλήσεις στη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ) παραμένουν ισχυρές αφού η ημέρα που το πρόβλημα αυτό θα αποτελεί παρελθόν, ατυχώς φαίνεται πως αργεί. Μετά την επιτυχή αναδιάταξη και ανακεφαλοποίηση του, ο  τραπεζικός κλάδος καλείται τώρα (εν μέσω κρίσιμων stress tests) αφ’ενός να βελτιστοποιήσει τη διαχείριση των προβληματικών στοιχείων ενεργητικού κατά τρόπο ώστε, οι συνεργάσιμοι δανειολήπτες (που πράγματι δυσκολεύονται προσωρινά να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους) να διευκολυνθούν στην τήρηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων  και αφετέρου να ανακτηθεί σε μακροπρόθεσμη βάση ρευστότητα και κεφάλαια που βρίσκονται δεσμευμένα σε προβληματικά, μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Όλα αυτά με προφανείς στόχους την επιστροφή των τραπεζών σε λειτουργική κερδοφορία αλλά επίσης (και ίσως περισσότερο σημαντικό στην φάση που διάγει η οικονομία) την αποφυγή πιθανής νέας ανακεφαλαιοποίησης τους. Ευμεγέθες εμπόδιο στην επίτευξη των ως άνω στόχων αποτελούν οι  λεγόμενοι Στρατηγικοί  Κακοπληρωτές. Συγκλίνουσες εκτιμήσεις τους προσδιορίζουν στο 25% περίπου του συνόλου των ασυνεπών δανειοληπτών. Πρόκειται για την κατηγορία οφειλετών που ενώ διαθέτουν χρήματα, δεν τηρούν σκόπιμα  τις συμβατικές τους υποχρεώσεις  δρώντας  τελικά όχι μόνον σε βάρος του τραπεζικού συστήματος και της Εθνικής οικονομίας αλλά κυρίως των συνεπών οφειλετών και όσων πραγματικά βρίσκονται σε αδυναμία  να αποπληρώσουν τα δάνειά τους. Ένα ακόμα πρόβλημα που δεν έχει αντιμετωπιστεί επαρκώς είναι η ταχύτητα στη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων μέσω των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών.

    Με στοιχεία 11/04/2018, έχουν αναρτηθεί συνολικά 6.177 πλειστηριασμοί στην ηλεκτρονική πλατφόρμα eauction.gr οι οποίοι αναμένεται να διενεργηθούν μέσα στο 2018. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι από τους 123 πλειστηριασμούς που διενεργήθηκαν στις 11/04/2018 μόνο 58% ολοκληρώθηκαν ενώ οι υπόλοιποι πλειστηριασμοί έχουν ανασταλεί η παραμένουν ακόμα ανοιχτοί.

    Αν και τα αποτελέσματα της νέας διαδικασίας δεν κρίνονται  ακόμα σημαντικά, η ενεργοποίηση και λειτουργία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας φαίνεται να αποδίδει καρπούς στον τομέα αντιμετώπισης των στρατηγικών κακοπληρωτών.  Με βάση τα πρώτα στοιχεία, περίπου 30% των οφειλετών προσέρχεται για ρύθμιση λίγο πριν τον πλειστηριασμό, γεγονός που αποδεικνύει πως οι πλειστηριασμοί λειτουργούν ως ισχυρό μέσο πίεσης κατά των στρατηγικών κακοπληρωτών, με ό,τι θετικό συνεπάγεται αυτό για την επίτευξη του στόχου  μείωσης των ΜΕΑ που έχει τεθεί στις τράπεζες από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (ΕΕΜ).

    Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί πως δεδομένου ότι δεν υπάρχει προς το παρόν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από αγοραστές για τα ακίνητα που εκποιούνται, τα Πιστωτικά Ιδρύματα τα ίδια αγοράζουν τα ακίνητα που βγαίνουν στον πλειστηριασμό.  Περίπου 260 τέτοια ακίνητα έχουν περιέλθει στην κυριότητα των τραπεζών από τους πρώτους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, αλλά και όσους φυσικούς προηγήθηκαν λίγο πριν από την πλήρη μετάπτωση στο ηλεκτρονικό σύστημα στις 28 Φεβρουαρίου. Πρόκειται για το 80% των ακινήτων που εκποιήθηκαν, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες ένα τμήμα αυτών που αποκτήθηκαν από τις τράπεζες τους τελευταίους μήνες είναι με πρωτοβουλία του οφειλέτη, που αποδέχεται να αποποιηθεί το ακίνητό του προκειμένου να εξοφλήσει το σύνολο ή μέρος της οφειλής. Η πορεία του εξωδικαστικού συμβιβασμού για την αναδιάρθρωση επιχειρηματικών οφειλών, ένας ακόμα  κρίσιμος παράγοντας, εξελίσσεται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς. Έως σήμερα μόλις 26 επιχειρήσεις έχουν ρυθμίσει τα χρέη τους κάνοντας χρήση της σχετικής νομοθεσίας. Δεδομένου ότι το σύνολο των προβληματικών χορηγήσεων προς επιχειρήσεις ήταν στις 31/12/2017, 56,5 δισ. ευρώ, καταλαβαίνει εύκολα κανείς πόσο δραματικά χαμηλές είναι οι επιδόσεις του εν λόγω εγχειρήματος . Μία ερμηνεία του φαινομένου είναι πως η όλη διαδικασία  είναι αρκετά περιπλοκή  λόγω της μεγάλης γραφειοκρατίας που ενέχει. Τη μεγαλύτερη όμως πρόκληση για την εξυγίανση των δανειακών χαρτοφυλακίων αποτελούν τα εναπομείναντα θεσμικά εμπόδια των οποίων η άρση πρέπει να εξεταστεί το συντομότερο. Ενδεικτικά αναφέρω, την τροποποίηση αρκετών σημείων του Νόμου 3869/2015 (γνωστός και ως Νόμος Κατσέλη) που χρησιμοποιείται ως ασφαλές καταφύγιο για οφειλέτες που ενώ μπορούν δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν (τυπικά παύει να ισχύει  στις 31 Δεκεμβρίου 2018),  η άρση του τραπεζικού απορρήτου ( για τους προσφεύγοντες στην προστασία του νόμου)  καθώς και  η περαιτέρω βελτίωση του Νόμου για τη διαχείριση και μεταβίβαση  απαιτήσεων ( Νόμος 4354/2015)

    Αποτελεί σήμερα αδήριτη ανάγκη για το οικοσύστημα των εγχώριων τραπεζών η αποτελεσματική    αξιοποίηση όλων των  εργαλείων που βρίσκονται στη διάθεσή τους, προκειμένου να μειώσουν τα προβληματικά στοιχεία του ενεργητικού τους. Οι τράπεζες επιβάλλεται άμεσα  να διευρύνουν τις λύσεις που προτείνουν στους δανειολήπτες και να προχωρήσουν στη λήψη πιο δραστικών αποφάσεων, ιδίως όσον αφορά στις ενέργειες αναδιάρθρωσης βιώσιμων επιχειρήσεων και  την εφαρμογή οριστικής λύσης για τις μη βιώσιμες επιχειρήσεις, τον εντοπισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών και  τη συντονισμένη αντιμετώπιση των οφειλετών με πολλαπλούς πιστωτές. Σε ότι αφορά στο τελευταίο σημείο  , το κοινό εγχείρημα των τεσσάρων συστημικών τραπεζών υπό τη διακριτική ονομασία Solar, είναι μία πολύ καλή (και ρηξικέλευθη) αρχή αλλά προφανώς δεν είναι αρκετό. Ο πρόσφατος εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου ο οποίος καθιστά δυνατή τη συνεργασία των τραπεζών με τις εταιρίες διαχείρισης δανείων αλλά και με διάφορους μη τραπεζικούς φορείς και ιδιώτες επενδυτές ( όπως ιδιωτικά επενδυτικά κεφαλαία- τα λεγόμενα funds), βοηθά σημαντικά στη γρήγορη και  επιτυχή  αναδιάρθρωση βιώσιμων επιχειρήσεων. Με τον τρόπο αυτό , απελευθερώνονται απαραίτητοι  χρηματοικονομικοί πόροι που μπορούν να διοδευτούν σε νέες και υπάρχουσες υγιείς επενδυτικές και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, υποστηρίζοντας έτσι την ανάκαμψη της Εθνικής οικονομίας και της επιχειρηματικής κερδοφορίας , στοιχεία απαραίτητα για την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας και της ανάπτυξης. H ενίσχυση των εποπτικών εργαλείων είναι άλλη μία κρίσιμη παράμετρος της διαδικασίας εξυγίανσης. Η προώθηση της εποπτικής σύγκλισης όσον αφορά στη μεταχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε όλες τις ευρωπαϊκές δικαιοδοσίες προκειμένου να διασφαλιστούν συνεκτικά τα αποτελέσματα των εποπτικών διαδικασιών, η παροχή σε όλες τις τράπεζες με υψηλό επίπεδο  ΜΕΔ  αυξημένων εποπτικών  κινήτρων για την αειφόρο αποκατάσταση των ισολογισμών τους και  η δημιουργία υγιών πρότυπων νέων πιστώσεων, ολοκληρωμένης διαχείρισης κινδύνων και εσωτερικής διακυβέρνησης, είναι προϋποθέσεις  ικανές και απαραίτητες  προκειμένου να αποφευχθεί η επανεμφάνιση υπερβολικών επιπέδων μη εξυπηρετούμενων δανείων.

    Το εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει ευάλωτο σε μακροοικονομικές και χρηματοπιστωτικές διαταραχές και το 2018, καλείται να προσαρμοστεί σε νέες προκλήσεις, με κυριότερες την εφαρμογή του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 (IFRS 9), την αυστηροποίηση του χειρισμού των προβλέψεων για τα νέα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, αλλά και την ολοκλήρωση της πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων από την ΕΚΤ και την EAT.  Χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλά και μεγάλα βήματα  τόσο από τους εμπλεκόμενους Εθνικούς και Ευρωπαϊκούς θεσμικούς φορείς  όσο και από τα ίδια τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα  για την πολυπόθητη απαλλαγή των ισολογισμών τους  από τα τοξικά εκείνα στοιχεία  του ενεργητικού  και κυρίως για την απολύτως απαραίτητη  εξυγίανση των δανειακών τους χαρτοφυλακίων. Παρά ταύτα, η "νόσος" κρίνεται   εκτεταμένη και βαριά και η "θεραπεία" μακρά και επίπονη. Ευτυχώς όμως είναι πλέον βέβαιο από τα γεγονότα πως υπάρχει ακόμα ελπίς.  

    * Ο κ. Ηλίας Ξηρουχάκης, είναι Μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας

    **Οι απόψεις που εκφράζονται από τον συγγραφέα στο παρόν άρθρο είναι προσωπικές
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων