Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 01-Ιουλ-2018 16:00

    Χρηματιστήριο: Οι 6 αιτίες που εγκλωβίζουν την αγορά

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Χρηματιστήριο: Οι 6 αιτίες που εγκλωβίζουν την αγορά

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Ο σκεπτικισμός που υπάρχει στο περιβάλλον των ξένων funds τόσο για τις προοπτικές της Ελλάδας μετά τη λήξη του προγράμματος όσο και για το ίδιο το story του Χ.Α. και η ισχυρή επιφυλακτικότητα των εγχώριων επενδυτών καθώς επιμένουν τα "τοξικά" σενάρια για νέες Folli Follie, κρατούν όμηρο το Ελληνικό Χρηματιστήριο σε ένα ιδιότυπο καθεστώς ομηρίας.

    Οι όποιοι θετικοί καταλύτες δεν μπορούν να αλλάξουν τη συνολική εικόνα της αγοράς, η οποία δεν φαίνεται να μπορεί να ξεφύγει από τον "βάλτο" των 750-770 μονάδων. Την ίδια στιγμή, αν και το ρίσκο στους 10ετείς ομολογιακούς τίτλους σχεδόν εκμηδενίζεται μετά τη συμφωνία για το χρέος, η κίνηση στην αγορά ομολόγων έχει περιοριστεί σε μικρή βελτίωση με αναιμικούς τζίρους.

    Οι λόγοι αυτής της "θολής" εικόνας της αγοράς είναι πολλοί και σημαντικοί και υπογραμμίζουν ότι ο μεταμνημονιακός δρόμος του Χ.Α. είναι στρωμένος με αρκετές λακκούβες.

    Δεν "ακουμπάνε" Ελλάδα οι ξένοι

    Οι αναλυτές και οι οίκοι αξιολόγησης χαρακτήρισαν θετική τη συμφωνία του Eurogroup για το ελληνικό χρέος, σημειώνοντας πως αφαιρεί τον χρηματοδοτικό κίνδυνο γύρω από την Ελλάδα για τα επόμενα δύο χρόνια τουλάχιστον. Αυτό οδήγησε και στην έκτακτη –αν και "συγκρατημένη"– αναβάθμιση της S&P σχετικά με τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, στη θετική έκθεση της Fitch και της Moody's αλλά και την αισιόδοξη στάση της UBS και της J.P. Morgan για τα ελληνικά ομόλογα. Παρ' όλα αυτά, η αγορά.... υποχώρησε σε χαμηλά διμήνου.

    Οι επενδυτές δεν φαίνεται να "πείστηκαν" για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους στο μακροπρόθεσμο διάστημα, αφού από το 2023 και μετά παραμένει άγνωστο το αν οι δανειστές προχωρήσουν σε κάποια περαιτέρω ελάφρυνση. Επίσης, παρά τη συμφωνία, το χρέος της Ελλάδας παραμένει υψηλό. Όπως υπογράμμισε και η S&P, η οποία αφήνει την Ελλάδα ακόμα τέσσερις βαθμίδες μακριά από την κατηγορία του επενδυτικού βαθμού, από το επίπεδο δηλαδή που τα ελληνικά ομόλογα θεωρούνται "ασφαλής" επένδυση, το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος της χώρας παραμένουν υψηλά. "Μετά την Ιαπωνία, η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο δείκτη χρέους προς ΑΕΠ από τις χώρες που καλύπτουμε", όπως σημείωσε χαρακτηριστικά.

    Η HSBC εξηγεί την υποτονικότητα στην ελληνική αγορά, σημειώνοντας πως η απουσία του γαλλικού μηχανισμού στη συμφωνία για το χρέος, αποτελεί έναν λόγο της "συγκρατημένης" διάθεσης των επενδυτών. Ο μηχανισμός αυτός θα προσέφερε εγγυήσεις στους επενδυτές ότι, εάν η Ελλάδα εκπληρώνει τους δημοσιονομικούς της στόχους, το χρέος της θα ήταν βιώσιμο κάνοντας τους ιδιώτες επενδυτές πιο senior σε σχέση με τους επίσημους πιστωτές, οι οποίοι θα ήταν οι πρώτοι που θα επιβαρύνονταν από τις ζημιές εάν η ανάπτυξη απογοήτευε.

    Ο γαλλικός μηχανισμός σε συνδυασμό με τη σφραγίδα του ΔΝΤ στο DSA (η οποία είναι δύσκολο πλέον να υπάρξει κατά την άποψη της βρετανικής τράπεζας) θα μπορούσε να είχε συμβάλει στην πολλαπλή αναβάθμιση των αξιολογήσεων της Ελλάδας και κατά συνέπεια στη διεύρυνση της επενδυτικής βάσης, τονίζει η HSBC. Εάν οι αποδόσεις συνεχίσουν να βρίσκονται στα σημερινά επίπεδα, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν κάποια αβεβαιότητα όσον αφορά τη στρατηγική έκδοσης ομολόγων της Ελλάδας, όπως προσθέτει.

    Ρηχή αγορά

    Σημαντικός παράγοντας στο χαμηλό επενδυτικό ενδιαφέρον που συγκεντρώνει το Χ.Α., όπως φάνηκε και στο πρόσφατο Roadshow στις ΗΠΑ, είναι πως παραμένει μία ρηχή αγορά με τη συναλλακτική δραστηριότητα να μην μπορεί να πάρει τα πάνω της.

    Όπως σημειώνουν οι αναλυτές, δεδομένων των τελευταίων εξελίξεων και με τις συναλλαγές να παραμένουν χαμηλές, ο πήχης των προσδοκιών για το Ελληνικό Χρηματιστήριο παραμένει χαμηλά με το σενάριο επανόδου στην κανονικότητα που είχε προαναγγελθεί στην αρχή του έτους να ακυρώνεται επί του παρόντος, ενώ ο γενικός δείκτης να παραμένει εγκλωβισμένος σε στενά τεχνικά όρια (750-790 μονάδες). Η Merit τονίζει μάλιστα πως η συναλλακτική δραστηριότητα φαίνεται ότι θα συνεχίσει να συρρικνώνεται, με τον μέσο ημερήσιο όγκο συναλλαγών 90 ημερών να υποχωρεί στο χαμηλότερο επίπεδο από αρχές Μαρτίου, στα 63,11 εκατ. ευρώ.

    Στα μάτια των επενδυτών το Χ.Α. αποτελεί μία αναδυόμενη αγορά, που σημαίνει υψηλό ρίσκο και υψηλή μεταβλητότητα, όπως επισημαίνει χρηματιστηριακός παράγοντας. "Η Ελλάδα παραμένει ένα "high beta trade” και για αυτόν τον λόγο είναι ευάλωτη ως αγορά στην αλλαγή της επενδυτικής ψυχολογίας γύρω από το ρίσκο. Τα ελληνικά assets έχουν τη... μοίρα να επηρεάζονται έντονα από όποια αλλαγή του κλίματος είτε εγχωρίως είτε στο εξωτερικό, λόγω της έλλειψης ρευστότητας που χαρακτηρίζει το Χ.Α.", σημειώνει χαρακτηριστικά. Επίσης, η υπόθεση Folli Follie έχει επιδράσει όχι μόνο στην αξιοπιστία της αγοράς αλλά και στην αύξηση της ανησυχίας ότι και άλλες εισηγμένες μπορεί να αποδειχθούν... ευάλωτες.

    Αρνητικό διεθνές περιβάλλον

    Το παραπάνω αποδεικνύει το πόσο στενά είναι συνδεδεμένο το Χ.Α. στις εξωτερικές εξελίξεις, γεγονός που οδηγεί κάθε φορά στον... τοίχο την όποια προσπάθεια αυτονόμησης. Ο Μάιος και η πολιτική αναταραχή σε Ιταλία και Ισπανία απέδειξαν τις ευαισθησίες του Eλληνικού Χρηματιστηρίου στα εξωτερικά σοκ, με τους αναλυτές να επισημαίνουν ότι τα ελληνικά assets θα παραμένουν στην κορυφή της λίστας εκείνων που θα παρασύρονται το περισσότερο όταν "ξεσπάει" αναταραχή στο διεθνές περιβάλλον, γεγονός που δείχνει ότι ο δρόμος της Ελλάδας μετά τη λήξη του προγράμματος θα συνεχίσει να είναι δύσκολος.

    Όπως επισημαίνεται στην τριμηνιαία έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου μετά τη σταθερή αποκλιμάκωση που επιτεύχθηκε, κατά τη διάρκεια του 2017 και μέχρι τον Φεβρουάριο του 2018, αυξήθηκε τον τελευταίο μήνα σε ένα εύρος τιμών μεταξύ 4% και 4,6%. Η κυβερνητική αστάθεια, κυρίως στην Ιταλία, αλλά και στην Ισπανία, όπως και οι εξαγγελίες επιβολής δασμών από τις ΗΠΑ, δημιούργησαν ανησυχία στις διεθνείς αγορές ομολόγων με αποτέλεσμα οι αποδόσεις των περιφερειακών οικονομιών της Ευρωζώνης να οδηγηθούν σε υψηλότερα επίπεδα. Αποτέλεσμα αυτού είναι να συμπαρασυρθούν οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, τα οποία λόγω του υψηλού δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ διατηρούν υψηλή ευαισθησία στην αρνητική διεθνή συγκυρία.

    Σύμφωνα και με τη Rabobank, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα συνεχίζουν να είναι από τα πρώτα που θα δεχθούν πλήγμα σε περίπτωση που επιστρέψει η αναταραχή στην αγορά λόγω, π.χ., της ενίσχυσης της αβεβαιότητας σχετικά με το μέλλον της Ευρωζώνης ή της επιδείνωσης των προοπτικών για την παγκόσμια ανάπτυξη ή την ανάπτυξη της Ευρωζώνης.

    Το διεθνές κλίμα έχει επιδεινωθεί εκ νέου το τελευταίο διάστημα και οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές είναι φανερές, λόγω των εμπορικών εντάσεων και των ανησυχιών για το μεταναστευτικό, με τις κεντρικές Τράπεζες να έχουν ξεκινήσει την αλλαγή της νομισματικής πολιτικής περιορίζοντας τη ρευστότητα. Η αναζήτηση ασφαλών επενδυτικών καταφυγίων έχει επιστρέψει στη στρατηγική των διεθνών funds. Αυτό το το risk-off περιβάλλον δεν ευνοεί το Χ.Α.

    Αντίξοο επενδυτικό περιβάλλον

    Αν μη τι άλλο, σημαντικότατο ρόλο στην πορεία του Ελληνικού Χρηματιστηρίου παίζει η ύπαρξη ενός ευνοϊκού επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Όπως σημειώνουν οι χρηματιστηριακοί αναλυτές, το πολλαπλά αρνητικό επιχειρηματικό περιβάλλον της Ελλάδας (υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις, θεσμικές παθογένειες) και το ανεπαρκές τουλάχιστον αναπτυξιακό σχέδιο που υποβλήθηκε στην Ε.Ε., δεν προϊδεάζουν για επίτευξη ρυθμών ανάπτυξης πάνω από 2%, ενώ ήδη η Κομισιόν "προσγειώνει" στο 1% του ΑΕΠ την ανάπτυξη από το 2022 στην Έκθεση Βιωσιμότητας Χρέους. Και υπάρχει ένας φαύλος κύκλος. Η αναιμική ανάπτυξη της οικονομίας δεν μπορεί να βελτιωθεί όταν οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να συνεισφέρουν στην ανάπτυξη, και σε αυτό σημαντικό ρόλο παίζει και το υποτονικό περιβάλλον χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα.

    Όταν το φορολογικό περιβάλλον στην Ελλάδα αντί να αποτελεί μαγνήτη επενδύσεων έχει μετατραπεί σε διώκτη αυτών, και όταν τα ξένα χαρτοφυλάκια καλούνται να εξετάσουν το αν θα κτίσουν θέσεις ή θα αυξήσουν την έκθεσή τους του σε μία χώρα η οποία βρίσκεται ακόμη σε περιβάλλον capital controls, οι προοπτικές για ένα turnaround story στο Χ.Α είναι εξαιρετικά δύσκολες. H S&P, άλλωστε, προειδοποίησε ότι η ικανότητα προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων της Ελλάδας είναι αδύναμη ενώ η Fitch υπογράμμισε ότι μόνο η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων μπορεί να βελτιώσει τη μακροπρόθεσμη δυνητική ανάπτυξη την οποία τοποθετεί στο 1,5%. Από την πλευρά της, η HSBC τόνισε πως η αυτό που η Ελλάδα πρέπει να δείξει στις αγορές είναι ότι μπορεί να αναπτυχθεί και να προσελκύσει επενδύσεις. Αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει έναν θετικό κύκλο βελτίωσης της βιωσιμότητας του χρέους και να οδηγήσει τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων χαμηλότερα.

    Πιο πολλά από τις τράπεζες

    Οι τράπεζες αποτελούν τον οδηγό του Ελληνικού Χρηματιστηρίου αφού το μεγαλύτερο μέρος του τζίρου κατευθύνεται σε αυτόν τον κλάδο, ενώ οι θέσεις των περισσότερων funds είναι επικεντρωμένες στις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Όπως απέδειξαν και τα πρόσφατα roadshows (Goldman Sachs, ΕΧΑΕ) αν οι επενδυτές είδαν με θετική ματιά τα stress tests, συνεχίζουν να είναι επιφυλακτικοί για τον κλάδο, ειδικά σε ό,τι αφορά τη διαδικασία μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, τα ακίνητα που έχουν οι τράπεζες στα χαρτοφυλάκιά τους καθώς και οι στόχοι των NPEs μετά το 2019.

    Όπως σημείωσε σε note της η BofA Merrill Lynch μετά το ταξίδι της στην Αθήνα και τις συναντήσεις της με τις ελληνικές τράπεζες, αυτό που φάνηκε στα ραντεβού είναι ότι υπάρχει αισιοδοξία για τη μακροοικονομική πορεία της χώρας και η καταναλωτική εμπιστοσύνη και οι άμεσες επενδύσεις αναμένεται να αυξηθούν, ωστόσο θα χρειαστεί χρόνος, με την αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους, και ειδικά των μη εξυπηρετούμενων δανείων, να είναι ψηλά στην ατζέντα των τραπεζών. Ωστόσο, σύμφωνα με την BofA, οι ελληνικές τράπεζες έχουν ακόμη μακρύ δρόμο μπροστά τους και παραμένει αρνητική για τον κλάδο, έτσι διατηρεί "ουδέτερη" στάση για την Εθνική Τράπεζα και την Eurobank και στάση "underperform" για την Alpha Bank και την Τράπεζα Πειραιώς. Κατά την αμερικάνικη τράπεζα, οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί δεν έχουν ακόμα σημαντικό αντίκτυπο σε ό,τι αφορά το μέτωπο με τους στρατηγικούς κακοπληρωτές και αν και έχουν αυξηθεί, τα αποτελέσματα δεν είναι ακόμη σημαντικά.

    Όπως προειδοποιεί, υπάρχει κίνδυνος σε ό,τι αφορά τους στόχους μείωσης των NPEs, ο οποίος μπορεί να ενταθεί το φθινόπωρο.

    "Εγκλωβισμένοι" επενδυτές

    H καθίζηση των ημερήσιων συναλλαγών χαμηλότερα των 50-60 εκατ. ευρώ εδώ και ένα μεγάλο διάστημα αποτελεί την κύρια ένδειξη ότι οι ξένοι επενδυτές απέχουν από την ελληνική αγορά.

    Ο λόγος είναι ότι πολλά funds τα οποία είχαν μακροπρόθεσμο ορίζοντα και έχουν τοποθετηθεί εδώ και χρόνια σε πολλές μετοχές της υψηλής και της μεσαίας κεφαλαιοποίησης, αλλά και στις τραπεζικές μετοχές οι οποίες δεν μπορούν να ξεφύγουν υψηλότερα από τις τιμές της τελευταίας ανακεφαλαιοποίησής τους, παραμένουν εγκλωβισμένα, ψάχνοντας ευκαιρία να μειώσουν την έκθεσή τους στα ελληνικά assets παρά να την αυξήσουν. Αυτό δικαιολογεί τη συχνή υποαπόδοση αλλά και τις βουτιές που σημειώνονται στις μετοχές των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, ενώ εξηγεί και τη στάση που έδειξαν οι ξένοι διαχειριστές στο Roadshow του Χ.Α.

    Συγκεκριμένα, διαμήνυσαν ότι τηρούν στρατηγική "wait and see" και πως δεν υπάρχει πρόθεση αύξησης της έκθεσής τους στο Ελληνικό Χρηματιστήριο, το οποίο θεωρείται μια ρηχή αγορά, ενώ επεσήμαναν στα ραντεβού που είχαν με τις εισηγμένες ότι δεν περιμένουν πολλά από την ελληνική οικονομία ούτε φέτος αλλά ούτε και το 2019. Σε αυτήν τη στάση, σημαντικό ρόλο παίζει και η αξιοπιστία της αγοράς η οποία έχει πληγεί έντονα μετά και την υπόθεση της Folli Follie, με τους επενδυτές πλέον να απαιτούν πολύ υψηλή εταιρική διακυβέρνηση και ανάλυση.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων