Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 17-Ιουν-2018 15:00

    Τι σημαίνουν για τις αγορές οι αποφάσεις της ΕΚΤ και της Fed

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Τι σημαίνουν για τις αγορές οι αποφάσεις της ΕΚΤ και της Fed

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Μπροστά σε μία νέα σελίδα τόσο για τις νομισματικές συνθήκες όσο και για τις συνθήκες ρευστότητας παγκοσμίως βρίσκονται οι επενδυτές, μετά και τις κρίσιμες συνεδριάσεις των δύο μεγάλων τραπεζών του κόσμου την περασμένη εβδομάδα.

    Η Fed οδεύει σε περισσότερες αυξήσεις επιτοκίων από ό,τι αποτιμούσαν μέχρι πρόσφατα οι αγορές, ενώ η ΕΚΤ δίνει οριστικό τέλος στο τεράστιο πρόγραμμα τόνωσης των αγορών, το QE, του οποίου το ύψος ξεπέρασε τα 2,5 τρισ. ευρώ. Η διεθνής bull market, η οποία κράτησε εννέα συνεχόμενα χρόνια, έχει ήδη κατεβάσει ταχύτητα, δίνοντας τη σκυτάλη στην έντονη μεταβλητότητα στις αγορές, δέχεται πλέον κατά μέτωπο επίθεση από τη νέα εποχή του τέλους της φθηνής ρευστότητας σε μια στιγμή που ο κίνδυνος νέων κραδασμών στην Ευρωζώνη, με αφορμή τις πολιτικές εξελίξεις στην Ιταλία, επανέρχεται, και η οικονομία της περιοχής, η οποία εντυπωσίασε το 2017, αρχίζει και επιβραδύνεται, ενώ η Ευρωζώνη είναι αντιμέτωπη με έναν εξελισσόμενο εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ.

    "Καμπανάκι" για τις  τράπεζες

    Η σύσφιξη της πολιτικής της Fed και οι προοπτικές για ενίσχυσή της θα καταστήσει ακριβότερο το χρήμα στις ΗΠΑ, πράγμα που σημαίνει, σύμφωνα με τους αναλυτές, ότι οι Ευρωπαίοι επενδυτές θα είναι όλο και περισσότερο διατεθειμένοι να αποσύρουν τα κεφάλαιά τους από την Ευρωζώνη και να το μεταφέρουν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

    Το έργο της ΕΚΤ στο να προσπαθήσει να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη είναι εξαιρετικά κρίσιμο και δύσκολο, καθώς ένα τέτοιο σενάριο απειλεί με μαζική αποεπένδυση την Ευρώπη. Στη συνεδρίαση της περασμένης Πέμπτης προσπάθησε να μετριάσει την επιθετικότητα της πολιτικής της και τους τριγμούς στις αγορές, έτσι, αν και ανακοίνωσε ότι φέτος το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης θα τελειώσει, τα επιτόκια, ωστόσο, θα παραμείνουν στα χαμηλά τους επίπεδα έως και το καλοκαίρι του 2019 τουλάχιστον, κάτι που καθησύχασε εν μέρει τις αγορές. Οι επενδυτές, πάντως, γνωρίζουν πλέον πως το τοπίο της πολιτικής των κεντρικών τραπεζών αλλάζει άρδην και αυτό θα έχει δίχως αμφιβολία, συνέπειες.

    Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι τράπεζες και ειδικά οι ευρωπαϊκές θα πρέπει να προετοιμαστούν για πιθανές "καταιγίδες" που θα φέρει το τέλος του QE. Οι κεντρικές τράπεζες κατέχουν επί του παρόντος περίπου 11 τρισ. ευρώ assets στον ισολογισμό τους, που ισοδυναμεί με περίπου το 15% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Είναι το μεγαλύτερο νομισματικό πείραμα στην ιστορία και το τέλος του QE θα προκαλέσει περιόδους έντονης μεταβλητότητα στην καλύτερη περίπτωση, αλλά και σε μία ισχυρή οικονομική αναταραχή.

    Έχοντας περισσότερα κεφάλαια και λιγότερη μόχλευση από ό,τι κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, οι τράπεζες είναι καλύτερα προετοιμασμένες να το αντιμετωπίσουν. Ωστόσο, η νέα γενιά επενδυτών και δανειοληπτών που δημιούργησε το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, ισχυρής ρευστότητας και χαμηλής μεταβλητότητας, θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα ισχυρό σοκ όταν αυτό τελειώσει.

    Σε μια συνάντηση κορυφαίων οικονομολόγων που διοργάνωσε στο Λονδίνο το Centre for the Study of Financial Innovation τον Μάιο, οι ανησυχίες των επενδυτών για τις επιπτώσεις του τέλους του QE ήταν ιδιαίτερα έντονες, ενώ ο Ignazio Angeloni, μέλος του εποπτικού συμβουλίου της ΕΚΤ, διαμήνυσε ότι το τέλος των μέτρων τόνωσης της οικονομίας από την ΕΚΤ πλησιάζει και οι τράπεζες θα πρέπει να προετοιμαστούν για τους κινδύνους που θα φέρει η νέα φάση.

    Η αγορά τίτλων έχει θέσει το 22% των κρατικών ομολόγων των χωρών της Ευρωζώνης στα βιβλία της ΕΚΤ, σύμφωνα με υπολογισμούς των FT. Σε χώρες που έχουν χαμηλό χρέος, όπως η Γερμανία, το ποσοστό υπερβαίνει το 29% του υφιστάμενου χρέους, ενώ στην περίπτωση της Ιταλίας φτάνει το 17%.

    Από τότε που άρχισε να αγοράζει επιχειρηματικά ομόλογα επενδυτικής βαθμίδας, τον Ιούνιο του 2016, η ΕΚΤ έχει χτίσει θέση 157 δισ. ευρώ σε εταιρικούς τίτλους, σχεδόν 20% του χαρτοφυλακίου που είναι επιλέξιμο προς αγορά.

    Το μεγάλης κλίμακας σχέδιο αγορών είχε βαθύ αντίκτυπο στις αποδόσεις των ομολόγων. Τα spread εταιρειών των οποίων το χρέος δεν είναι επιλέξιμο για αγορά παρουσίασε πτωτική τάση σχεδόν ανάλογη με αυτή όσων είναι επιλέξιμα, σύμφωνα με την Deutsche Bank. Με τον τερματισμό του QE, τα γραφεία εμπορικών συναλλαγών ετοιμάζονται να απολέσουν ένα μεγάλο αγοραστή εταιρικού χρέους. "To τέλος του QE σημαίνει πως από την αγορά αφαιρείται ένα δεκανίκι στο οποίο στηρίχθηκε για πολύ μακρύ χρονικό διάστημα", επισημαίνει η Deutsche Bank, τονίζοντας πως σε ένα περιβάλλον όπου οι αγορές έχουν περισσότερη μεταβλητότητα... το αντίκτυπο μεγεθύνεται.

    Όλα τα παραπάνω έχουν κάνει τους αναλυτές να εμφανίζονται πλέον πολύ πιο επιφυλακτικοί για τα ευρωπαϊκά assets, προειδοποιώντας τους επενδυτές για δύσκολες μέρες προσεχώς.

    Αποφεύγουν την Ευρώπη

    Μπορεί η πρώτη αντίδραση των αγορών μετά τις ανακοινώσεις της ΕΚΤ να ήταν θετική, αφού ο φόβος ενός νέου κύκλου αύξησης των επιτοκίων στην Ευρώπη μετατέθηκε προς το μέλλον (αν και όχι τόσο μακριά), ωστόσο οι αναλυτές παραμένουν επιφυλακτικοί πλέον για τις προοπτικές των αγορών αφού οι κίνδυνοι, όπως εκτιμούν, είναι υπαρκτοί. Η πολιτική αβεβαιότητα και τα πιο αδύναμα οικονομικά στοιχεία έχουν βαρύνει το επενδυτικό κλίμα γύρω από τα ευρωπαϊκά assets, όπως σημειώνει η UBS. Από τον Μάρτιο έως τον Μάιο, οι εκροές από τα ευρωπαϊκά ETFs μετοχών ανήλθαν στα 10,7 δισ. ευρώ και ήταν οι μεγαλύτερες σε τριμηνιαίο επίπεδο από το 2008, σύμφωνα με τα στοιχεία της Citigroup.

    Ενώ η πολιτική αβεβαιότητα έχει μειωθεί με τη δημιουργία νέων κυβερνήσεων στην Ιταλία και την Ισπανία, η ισχυρή μεταβλητότητα θα διατηρηθεί, και έτσι είναι πολύ νωρίς για τους επενδυτές να επιστρέψουν στις αγορές της Ευρώπης, προειδοποιεί η UBS. Όπως επισημαίνει, τα θεμελιώδη μεγέθη πρέπει να γίνουν πιο υποστηρικτικά για να δώσουν το σωστό timing της επιστροφής των επενδυτών στα assets της Ευρώπης.

    Η Credit Suisse, από την πλευρά της, προχώρησε στην υποβάθμιση των ευρωπαϊκών μετοχών της Ευρώπης, σε underweight στάση, υπογραμμίζοντας ότι οι αποτιμήσεις στην Ευρώπη δεν είναι φθηνές και ότι ο ιταλικός πολιτικός κίνδυνος ήταν απίθανο να διαλυθεί.

    Όπως προειδοποίησε η ελβετική τράπεζα, οι ευρωπαϊκές μετοχές διαπραγματεύονται με παρόμοιους δείκτες τιμής προς κέρδη (p/e) με αυτές των αμερικανικών μετοχών και δεν αποτιμούν επαρκώς τους κινδύνους μιας αδύναμης ιταλικής οικονομίας καθώς και τις τριβές μεταξύ της νέας κυβέρνησης και της Ευρώπης.

    Μεγάλο "χτύπημα" το τέλος του QE

    Οι χώρες με το υψηλότερο χρέος και τις περισσότερες καθαρές εκδόσεις θα είναι πιο ευάλωτες στο τέλος του QE της ΕΚΤ, όπως σημειώνει ο Jan von Gerich, επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής της Nordea. "Έτσι, ενώ τα ελληνικά ομόλογα δεν αγοράστηκαν ποτέ στο πρόγραμμα QE, η χώρα θα επηρεαστεί από το τέλος του προγράμματος αγοράς ομολόγων", σημειώνει ο von Gerich.

    Η επενδυτική βάση είναι επίσης σημαντική, όπως τονίζει. Οι εγχώριοι επενδυτές είναι συνήθως πιο σταθεροί από τους ξένους επενδυτές, ειδικά σε περιόδους αναταραχών. Η Ισπανία και η Ιταλία είναι οι πιο ευάλωτες σε αυτό το κομμάτι σε ό,τι αφορά το τέλος του QE, αλλά επίσης η Γαλλία και το Βέλγιο και σε κάποιο βαθμό και η Πορτογαλία.

    Όπως προσθέτει, όσο περισσότερο οι αποδόσεις των ομολόγων μιας χώρας έχουν μειωθεί από την αρχή του QE, τόσο πιο πιθανό είναι να αυξηθούν, αν υποθέσουμε ότι το QE υπήρξε ο κύριος μοχλός της αποκλιμάκωσης των αποδόσεων των ομολόγων. Οι μεγαλύτερες πτώσεις παρατηρήθηκαν στην Ελλάδα, ακολουθούμενες από την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Ισπανία, τονίζει ο αναλυτής της Nordea.

    Επίσης, καθώς η λιγότερη στήριξη από την ΕΚΤ αφήνει μια χώρα πιο ευάλωτη σε αρνητικούς κραδασμούς, το προφίλ κινδύνου έχει επίσης μεγάλη σημασία. "Σε αυτό το μέτωπο, καμία άλλη χώρα της Ευρωζώνης δεν έχει πιο αβέβαιες πολιτικές προοπτικές όπως η Ιταλία. Η Ισπανία μπορεί να αντιμετωπίζει κάποια πολιτική αβεβαιότητα, ωστόσο η χώρα είναι δεσμευμένη στην Ευρωζώνη, η οικονομία της έχει καλή πορεία και οι εναλλακτικές που παρουσιάζονται είναι πολύ λιγότερο δραστικές από ό,τι στην περίπτωση της Ιταλίας", καταλήγει ο von Gerich.

    Επιφυλακτικά τα funds απέναντι στα ελληνικά assets

    Τι έρχεται για το Ελληνικό Χρηματιστήριο

    Με τις διεθνείς εξελίξεις να προετοιμάζουν τους επενδυτές για ένα δύσκολο καλοκαίρι στις αγορές, το Ελληνικό Χρηματιστήριο θα βρεθεί την επόμενη εβδομάδα αντιμέτωπο τόσο με αυτό το νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται διεθνώς μετά και τη νέα στάση πολίτικης από Fed και ΕΚΤ, όσο και με τις εγχώριες εξελίξεις και τις διαθέσεις της επενδυτικής κοινότητας μετά τους τριγμούς που προκάλεσε η υπόθεση της Folli Follie στην ψυχολογία της αγοράς.

    Τα στελέχη των ελληνικών εισηγμένων αλλά και η ίδια η ΕΧΑΕ που θα βρεθούν στις ΗΠΑ για το καθιερωμένο ετήσιο road show που διοργανώνεται από το Ελληνικό Χρηματιστήριο και το Ελληνοαμερικανικό Επιμελητήριο σε Νέα Υόρκη, Ουάσινγκτον και Σικάγο, στις 18-23 Ιουνίου, έχουν ήδη προετοιμαστεί να αντιμετωπίσουν τις δύσκολες ερωτήσεις των διεθνών funds με τον διευθύνων σύμβουλο της ΕΧΑE Σωκράτη Λαζαρίδη να έχει ήδη δηλώσει ότι θα αναγνωρίσει το πρόβλημα του θέματος της Folli Follie και θα απαντήσει σε όλες τις απορίες των επενδυτών.

    Και φέτος το ελληνικό roadshow στις ΗΠΑ θα ξεκινήσει από τη Νέα Υόρκη όπου θα πραγματοποιηθεί η βασική εκδήλωση 18 και 19 Ιουνίου, με επόμενη στάση την Ουάσιγκτον στις 20 και 21 Ιουνίου όπου θα υπάρξει εκδήλωση στην Ελληνική πρεσβεία. Ωστόσο, στις 22 και 23 Ιουνίου το συνέδριο μεταφέρεται για πρώτη φορά στο Σικάγο για νέα ραντεβού των ελληνικών επιχειρήσεων με επενδυτές. Η συμμετοχή και αυτή τη χρονιά είναι σημαντική με πάνω από 20 εισηγμένες κυρίως από τον κλάδο της υψηλής κεφαλαιοποίησης να λαμβάνουν μέρος, και να έχουν κλειστεί ήδη πάνω από 400 ραντεβού με επενδυτές.

    Επιφυλακτικοί

    Αν, πάντως, λάβουμε υπόψη το κλίμα που κυριάρχησε στο 22ο ετήσιο Ευρωπαϊκό Χρηματοοικονομικό Συνέδριο της Goldman Sachs, το οποίο διεξήχθη στις 6-8 Ιουνίου στη Φρανκφούρτη, όπου συμμετείχαν όλες οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες όπως οι Intesa Sanpaolο, Deutsche Bank, Bankia, Royal Bank of Scotland, UBS, Société Générale, Santader, Intesa και Unicredit, καθώς και οι τέσσερις ελληνικές συστημικές, οι επενδυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στα ελληνικά assets.

    Τα στελέχη των ελληνικών τραπεζών στη Φρανκφούρτη είχαν one-to-one meetings με μεγάλα funds τα οποία "ζήτησαν" να μάθουν τα μέτρα περαιτέρω ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους και το μεταμνημονιακό καθεστώς της Ελλάδας μετά τον Αύγουστο, προκειμένου να τοποθετηθούν σε ελληνικές μετοχές και ομόλογα.

    Έντονος ήταν και ο προβληματισμός των επενδυτών και για τα NPEs των ελληνικών τραπεζών επισημαίνοντας ότι αποτελούν σημαντικό βαρίδι στην κερδοφορία, με την ανάκαμψή της να αναμένεται να πάρει αρκετό χρόνο. Σε ό,τι αφορά το ελληνικό πρόγραμμα, οι επενδυτές φάνηκαν να αποτιμούν ότι η μεταμνημονιακή εποχή της Ελλάδας θα συνοδεύεται με σκληρούς όρους και προϋποθέσεις, ενώ δεν αποκλείουν και την προσφυγή σε προληπτική πιστωτική γραμμή, χωρίς να είναι, ωστόσο, αυτό το βασικό τους σενάριο.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ