Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 14-Ιαν-2018 16:00

    Η επιστροφή του January Effect με αιχμή τράπεζες και blue chips

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Η επιστροφή του January Effect με αιχμή τράπεζες και blue chips

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Όταν το 1942 ο επενδυτικός τραπεζίτης, ο Sidney Wachtel, μίλησε για πρώτη φορά για το Φαινόμενο του Ιανουαρίου, το γνωστό January Εffect, οι αγορές κινούνταν σε εντελώς διαφορετικό περιβάλλον με άλλες συνθήκες ρευστότητας και σίγουρα σε άλλα μεγέθη εταιρειών, όγκου συναλλαγών και μεταβλητότητας. Ωστόσο, ο όρος ακόμα βρίσκεται στο λεξιλόγιο των επενδυτών και το ελληνικό Χρηματιστήριο μοιάζει –τουλάχιστον για φέτος– να είναι έτοιμο να επιβεβαιώσει αυτή την παράδοση καθώς το έδαφος είναι ήδη κατάλληλα στρωμένο.

    Σύμφωνα με τον... ορισμό του January Effect, εάν η αγορά "ανέβει" τον πρώτο μήνα του έτους, τότε όλη η υπόλοιπη χρονιά θα είναι bullish και, αν υποχωρήσει, τότε το υπόλοιπο έτος θα είναι bearish. Με λίγα λόγια, ο πρώτος μήνας του χρόνου και ειδικά οι πρώτες συνεδριάσεις τείνουν να υποδεικνύουν την τάση της χρονιάς, αν και οι αναλυτές επισημαίνουν πως, για να υπάρξει οποιαδήποτε βιώσιμη άνοδος στις μετοχές, χρειάζεται η βοήθεια από την κερδοφορία και την ανάπτυξη.

    Σπάει το αρνητικό σερί

    Για τα ελληνικά assets o φετινός Ιανουάριος, κρίνοντας από το πρώτο 10ήμερο, είναι έτοιμος να σπάσει το αρνητικό σερί των τεσσάρων τελευταίων ετών, με τη... φόρα της αγοράς να έχει ξεκινήσει από τις αρχές Δεκεμβρίου, με κύριο οδηγό τις τραπεζικές μετοχές οι οποίες είχαν σφυροκοπηθεί έντονα από τα τέλη του καλοκαιριού και λόγω των ανησυχιών για την επάρκεια των κεφαλαίων τους που προκάλεσαν οι συστάσεις του ΔΝΤ.

    Πιο αναλυτικά, το January Effect έχει να εμφανιστεί στο ελληνικό Χρηματιστήριο από το 2013, όταν ο Γενικός Δείκτης έκλεισε τον Ιανουάριο με κέρδη 8,7%. Το 2017, ο Γενικός Δείκτης είχε χάσει τον πρώτο μήνα του έτους 5% φθάνοντας από τις 611,75 μονάδες από 644 μονάδες, με την αγορά να βρίσκεται αντιμέτωπη με την αβεβαιότητα μετά το ναυάγιο του Eurogroup και τις καθυστερήσεις στη β' αξιολόγηση, ενώ το sell-off των ομολόγων είχε στείλει τις αποδόσεις των ελληνικών 10ετών στο 8%. Το 2016, ο Ιανουάριος ήταν "καταστροφικός", αφού το Χ.Α. έχασε 12,4% με τον Γενικό Δείκτη από τις 631 μονάδες να πέφτει στις 552,83 μονάδες.

    Το 2015, ήταν μία ακόμη χρονιά όπου ο Ιανουάριος "τρόμαξε" τους επενδυτές, με τον Γ.Δ. να υποχωρεί 12,6% φθάνοντας στις 721,93 μονάδες από τις 826, 18 μονάδες. Αξίζει να σημειώσουμε πως στις 25 Ιανουαρίου εκείνου του έτους εξελέγη για πρώτη φορά ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, με τον Αλέξη Τσίπρα να έχει πάει στις κάλπες με το σύνθημα του τέλους των Μνημονίων και της απόρριψης της συμφωνίας με την τρόικα.

    Το 2014 σημειώθηκε ένας επίσης πτωτικός Ιανουάριος με απώλειες κοντά στο 4%, ενώ οι προηγούμενες τρεις χρονιές –2013, 2012, 2011– ακολούθησαν στα βήματα του January Effect.

    Οι καταλύτες

    Ο φετινός Ιανουάριος έχει όλα τα "φόντα" να γράψει ιστορία στις σελίδες του January Effect, αφού η αλλαγή στην αρνητική τάση της αγοράς έχει ήδη γίνει από τα τέλη Νοεμβρίου με αρχές Δεκεμβρίου, με αιτία και αφορμή την ομαλή έκβαση των διαπραγματεύσεων προς την ολοκλήρωση της γ' αξιολόγησης η οποία αναμένεται να είναι η συντομότερη όλων των πακέτων διάσωσης, αλλά και την επιτυχή ολοκλήρωση του swap των 20 ομολόγων του PSI, με τη διαπραγμάτευση των 5 νέων ομολόγων να φέρνει νέο αέρα στα ελληνικά assets ενισχύοντας τη ρευστότητα και την επενδυσιμότητα της αγοράς των ελληνικών ομολόγων.

    Η πιθανή αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από τη Standard & Poor's στις 19 Ιανουαρίου,  σε συνδυασμό με το κλείσιμο της αξιολόγησης στις 22 Ιανουαρίου, θα αποτελέσουν δύο πολύ σημαντικούς καταλύτες για την πορεία των ελληνικών assets, έστω και αν μεγάλο μέρος αυτών έχει ήδη προεξοφληθεί από την αγορά με τον Γενικό Δείκτη να ξεπερνά τις 850 μονάδες (από τις 802 μονάδες που έκλεισε το 2017) και να κερδίζει πάνω από 6% μέσα σε 9 συνεδριάσεις.

    Όπως τονίζουν άλλωστε και οι αναλυτές, η υποχώρηση του "country risk" και το διαφαινόμενο επιτυχές κλείσιμο της επόμενης αξιολόγησης, δημιουργούν προσδοκίες αναβάθμισης του outlook της ελληνικής οικονομίας, εξέλιξη που θα ενισχύσει το ξένο επενδυτικό ενδιαφέρον για τους τίτλους της Λεωφόρου Αθηνών.

    Η εκταμίευση της δόσης του ESM που θα ακολουθήσει αλλά και η νέα έξοδος της Ελλάδας στις αγορές με 7ετές ομόλογο το αμέσως επόμενο διάστημα βρίσκονται επίσης στο ραντάρ των επενδυτών και προσθέτουν πόντους στα ελληνικά assets.

    Αύξηση των εισροών στο GREK

    Ώθηση στην αγορά και προοπτικές για περαιτέρω άνοδο δίνει και η συνεχιζόμενη αύξηση των εισροών στο ελληνικό ETF, το GREK. Αξίζει να σημειώσουμε πως είναι το μόνο ETF σε ευρώ και αφορά αναδυόμενη αγορά. Οι μετοχές της Ευρωζώνης και των αναδυόμενων αγορών είναι πιο ελκυστικά αποτιμημένες σε σχέση με τις μετοχές των ΗΠΑ και αυτά τα discounts αποτυπώνονται σε κάποιες από τις θέσεις του GREK. Αυτός είναι και ένας σημαντικός παράγοντας που έχει οδηγήσει τους επενδυτές να... ξαναεπισκεφτούν το GREK.

    Το ελληνικό ETF έχει σημειώσει κέρδη 25% από τα μέσα Νοεμβρίου (στο σύνολο του 2017 τα κέρδη του άγγιξαν το 30%), σημειώνοντας από τις καλύτερες αποδόσεις μεταξύ των ETFs που αφορούν χώρες, και αυτό παρά την εκτόξευση του short interest τον περασμένο Νοέμβριο, καθώς πολλά hedge funds εμφανίζονται πλέον να έχουν αυξήσει τις θέσεις τους από το γ’ τρίμηνο του 2017.

    Το GREK παρακολουθεί μετοχές του δείκτη MSCI All Greece στον οποίο "συμμετέχουν" ελληνικές εταιρείες οι οποίες δεν είναι μόνο εισηγμένες στο ελληνικό Χρηματιστήριο, αλλά και στο ΝΥSΕ και έχει ενεργητικό κοντά στα 400 εκατ. δολάρια. Τις μεγαλύτερες συμμετοχές του, σύμφωνα με τα στοιχεία της MSCI, αποτελούν οι μετοχές των: OTE, Alpha Bank, ΟΠΑΠ, Εθνική Τράπεζα, Eurobank, Jumbo, Τιτάν, Τράπεζα Πειραιώς, GasLog Ltd και GasLog Partners LP.

    Αρκετά μεγάλα funds όπως η Bienville Capital Management LLC, η 3EDGE Asset Management LP , η JP Morgan Chase & Co. η Private Advisory Group LLC, η SG Americas Securities, η Goldman Sachs και η Wells Fargo, άλλαξαν πρόσφατα τις θέσεις τους δείχνοντας πιο θετικές διαθέσεις αυξάνοντας έτσι τις εισροές στο GREK.

    Θετικά, άλλωστε, ήταν και τα μηνύματα από το Λονδίνο όπου ο Γιάννης Στουρνάρας συναντήθηκε την περασμένη εβδομάδα με πληθώρα funds σε event που διοργάνωσε η Goldman Sachs. Παρόντες, μεταξύ άλλων, ήταν η Soros Fund Management, η JP Morgan Asset Management, η Paulson & Co., η GoldenTree Asset Management, η York Capital, η Bluebay Asset Management και η Capital Fund Management. 

    Το ράλι των ομολόγων

    Σημαντικό χέρι βοηθείας όσον αφορά την προσέλκυση των ξένων επενδυτών στα ελληνικά assets έρχεται και από την αγορά των ομολόγων η οποία το τελευταίο διάστημα σημειώνει εντυπωσιακό ράλι. Αυτόν τον μήνα η απόδοση του 10ετούς ομολόγου έφτασε στα επίπεδα του 3,7%, σε χαμηλά 12ετίας, επιστρέφοντας δηλαδή στον Ιανουάριο του 2006 και σε απόσταση αναπνοής από το ιστορικά χαμηλό ρεκόρ του 2005, με το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου να έχει υποχωρήσει πάνω από 50% μέσα σε έναν χρόνο, γεγονός που οδήγησε τα ελληνικά ομόλογα να απολέσουν τα "αστέρια" των αποδόσεων το 2017. Να θυμίσουμε πως οι πέντε ελληνικοί τίτλοι, με λήξεις μεταξύ 2034 και 2042, είχαν με διαφορά την καλύτερη απόδοση μεταξύ των ομολόγων αναπτυγμένων αγορών, καθώς οι τιμές τους το 2017 αυξήθηκαν από 59,3% έως 63,7%.

    Εντυπωσιακό ράλι καταγράφει και το 2ετές ελληνικό ομόλογο, με την απόδοσή του να αγγίζει το 1,4% φτάνοντας έτσι σε επίπεδα Νοεμβρίου 2009.

    Όπως σημείωσε και η Algebris Investments, η οικονομική δυναμική θα φέρει το κόστος δανεισμού της Ελλάδας ακόμη πιο κοντά σε αυτό της Γερμανίας. "Η Ελλάδα ήταν μία από τις ισχυρότερες θέσεις μας το 2017 και το 2016", όπως σημείωσε o Αλμπέρτο Γκάλο, διαχειριστής κεφαλαίων και επικεφαλής των μακροοικονομικών στρατηγικών της Algebris, η οποία έχει αποκομίσει κέρδη από ορισμένες από τις θέσεις της, ενώ συνεχίζει να είναι επενδεδυμένη στα ελληνικά ομόλογα.

    Η αναμενόμενη γερμανική κυβέρνηση συνασπισμού θα οδηγήσει πιθανόν σε μεγαλύτερη συνοχή της Ευρωζώνης και μία αύξηση των ομοσπονδιακών δαπανών που θα τονώσουν περαιτέρω το πιστωτικό προφίλ της Ελλάδας, όπως σημειώνει ο Γκάλο. "Αυτό είναι και ήταν το βασικό μας σενάριο και δεν έχει προεξοφληθεί", πρόσθεσε. Στο σενάριο αυτό, το spread των ελληνικών ομολόγων μπορεί να μειωθεί έως και στις 250 μονάδες βάσης, σημείωσε.

    Όπως σημειώνει ο Γερούν Μπλόκλαντ, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στη Robeco Nederland BV, με την υπερβολική νομισματική στήριξη της ΕΚΤ να ωθεί τις αποδόσεις πολλών κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης σε αρνητικά επίπεδα, η Ελλάδα ξεχωρίζει και πάλι το 2018. "Η απόδοση των διετών πορτογαλικών ομολόγων μειώθηκε κάτω από το μηδέν, έτσι για κάποιους επενδυτές η Ελλάδα θα μπορούσε να αποτελεί μία επιλογή για να πετύχουν κάποια θετική επίδοση με την ύπαρξη μέτρων για το χρέος και της ποσοτικής χαλάρωσης".

    Αξίζει να σημειώσουμε πως η Citigroup για πρώτη φορά δηλώνει ότι υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες η Ελλάδα να αποφύγει ένα τέταρτο Mνημόνιο, τονίζοντας πως η έξοδος από τα προγράμματα είναι ορατή. Όπως σημειώνει, ωστόσο, οι προοπτικές για την οικονομία και τα δημόσια οικονομικά παραμένουν πολύ πιο αδύναμες από ό,τι σε άλλες χώρες στο τελευταίο δεκάμηνο πριν από την έξοδο από τα προγράμματα διάσωσής τους, ενώ και η πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας είναι πολύ χαμηλότερη και η οικονομική κατάσταση και η κατάσταση των τραπεζών (NPLs) παραμένει εύθραυστη. Ωστόσο, όπως σημειώνει η Citi, η Ελλάδα είναι μια ειδική περίπτωση που οδηγείται περισσότερο από την πολιτική παρά από την οικονομία.

    "Κλειδί" οι τράπεζες

    Βασικό συστατικό για τη διατήρηση του θετικού κλίματος γύρω από το Χ.Α. είναι καλή πορεία των τραπεζικών μετοχών οι οποίες έχουν ανακάμψει σημαντικά τον τελευταίο μήνα και κάτι, με τον τραπεζικό δείκτη να σημειώνει κέρδη άνω του 27%, την Alpha Bank κοντά στο 23%, την Εθνική 25%, την Eurobank 26% και την Πειραιώς σχεδόν 53%. Και όλα αυτά κόντρα στους shorters και ειδικά τα τρία βρετανικά funds Marshall Wace, Lansdowne Partners και Oceanwood Capital Management, τα οποία συνεχίζουν και το νέο έτος να δείχνουν τις επιθετικές τους διαθέσεις απέναντι στους ελληνικούς τίτλους και ειδικά τις τράπεζες και την ΔΕΗ, έστω και εάν το year-end-rally εξαφάνισε τα όποια κέρδη είχαν σημειώσει το προηγούμενο διάστημα και από τον Σεπτέμβριο του 2017.

    Την τρίτη εβδομάδα του Ιανουαρίου η ΕΚΤ αναμένεται γνωστοποιήσει στις διοικήσεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών τις μακροοικονομικές παραδοχές για τα stress tests (εκτιμήσεις για πορεία ΑΕΠ, τιμών ακινήτων, καταθέσεων και, βεβαίως, εκτιμήσεις για την εξέλιξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων), τα οποία θα ξεκινήσουν τον Φεβρουάριο. Εάν υπάρχουν επιπτώσεις οι τραπεζικές μετοχές αναμένεται να βιώσουν τους κραδασμούς με συνέπειες φυσικά και στον Γενικό Δείκτη.

    Σύμφωνα και με τον Πέτρο Στεριώτη, αναλυτή της Nuntius Securities η αγορά θα πρέπει να αρχίσει να στηρίζεται στη βελτίωση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας και ειδικότερα του κρίσιμου για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης τραπεζικού κλάδου.

    Οι τράπεζες αναμένεται να συνεχίσουν να δίνουν τον τόνο στις συναλλαγές και την ειδησεογραφία, με το υψηλότερο ρίσκο τους (και αντίστοιχα την πιθανότητα υπεραπόδοσης) να δικαιολογείται από την αβεβαιότητα που αφορά τους όρους διεξαγωγής, το τελικό αποτέλεσμα και τις ανάγκες αναχρηματοδότησης που θα προκύψουν από τα "stress tests", την πορεία εξυγίανσης των ισολογισμών τους από "κόκκινα" δάνεια και λοιπές μη αποδίδουσες επιχειρηματικές συμμετοχές, την πορεία του ομολογιακού τους χαρτοφυλακίου, την επιστροφή ή μη των καταθέσεων, τις εξελίξεις στον (προβληματικό και πάλαι ποτέ πανίσχυρο) Πανευρωπαϊκό Τραπεζικό Τομέα που τον καθιερώνουν ως high-beta κλάδο, τις πολιτικές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων σε θέματα τραπεζικών διασώσεων και ανακεφαλαιοποιήσεων, τις αποφάσεις της ΕΚΤ για τη νομισματική πολιτική στην Ευρωζώνη και το "tapering" του "QE".

    Όπως τονίζει ο κ. Στεριώτης, τα τεχνικά δεδομένα ευνοούν τους "long" ακολουθητές της τάσης, που μπορούν παράλληλα να επικαλεστούν τον στατιστικά ευνοϊκό Γενάρη (January effect) των Ξένων Αγορών και την "άνεση" με την οποία, κυρίως η Νέα Υόρκη, διαχειρίζεται μέχρι σήμερα τα ιστορικά υψηλά της.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ