Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 20-Δεκ-2017 09:00

    Huw Pill (Goldman Sachs): To QE θα κρατήσει έως τα τέλη του 2018, οι κίνδυνοι και οι ευκαιρίες για τους επενδυτές

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου


    Ο ρυθμός ανάπτυξης της ευρωζώνης θα αποδυναμωθεί κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2018, αν και θα παραμείνει ισχυρός, ενώ o πληθωρισμός  θα παραμείνει πεισματικά κάτω από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ κυρίως λόγω της Γερμανίας, σημειώνει  ο Huw Pill, o επικεφαλής οικονομολόγος για την Ευρώπη της Goldman Sachs, σε αποκλειστική του συνέντευξη στο Capital.gr.

    Όπως επισημαίνει, η πολύ διευκολυντική νομισματική πολιτική που ακολούθησε η ΕΚΤ για την αντιμετώπιση των χρηματοπιστωτικών, κρατικών και τραπεζικών κρίσεων των τελευταίων ετών έχει συμβάλει στην εκτόξευση των τιμών των assets σε πολύ υψηλά επίπεδα. Υπάρχει ο κίνδυνος ότι, μόλις αρχίσει να αποσύρεται αυτή η πολιτική στήριξη, θα υπάρξει απότομη διόρθωση των τιμών τους, και αυτό καθιστά το έργο της ΕΚΤ πολύ δύσκολο.

    Σε ό,τι αφορά το πολιτικό μέτωπο, όπως τονίζει, ακόμη και αν η οικονομική κατάσταση βελτιώνεται, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα οι συμμετέχοντες στην αγορά πρέπει να αποφύγουν τον εφησυχασμό απέναντι στους πολιτικούς κινδύνους. Η στήριξη των λαϊκιστικών κομμάτων παραμένει ισχυρή και τα αποτελέσματα των εκλογών του 2017 οδήγησαν στην "νομιμοποίησή" τους ως η κύρια αντιπολίτευση στις κυβερνήσεις. Εάν το δημοκρατικό εκκρεμές ταλαντωθεί και πάλι, η προοπτική της εκλογής μιας λαϊκιστικής κυβέρνησης δεν μπορεί να αποκλειστεί στον επόμενο ή στους επόμενους εκλογικούς κύκλους.

    Συνέντευξη στην Ελευθερία Κούρταλη
     

    Η ανάπτυξη στην ευρωζώνη εξέπληξε κατά τη διάρκεια του 2017, "νικώντας" την ανάπτυξη στις ΗΠΑ, ενώ ο πληθωρισμός παραμένει πεισματικά χαμηλός. Θα συνεχιστεί αυτή η τάση το 2018; Ποιοι είναι οι ανοδικοί και οι πτωτικοί κίνδυνοι;

    Ενώ η επιτάχυνση της οικονομικής δραστηριότητας στην ευρωζώνη βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό πίσω μας, αναμένουμε συνέχιση της ισχυρής ανάπτυξης η οποία θα διαμορφωθεί λίγο υψηλότερα του 2% (ετησίως) το 2018. Η έντονη δυναμική που επιτεύχθηκε τα τελευταία τρίμηνα αναμένεται να συνεχιστεί και το νέος έτος, και θα υποστηρίζεται από την εξωτερική ζήτηση και την ενίσχυση των καταναλωτικών δαπανών εντός της ευρωζώνης. Η ανεργία σε ολόκληρη την περιοχή θα συνεχίσει να μειώνεται, καθώς το χτύπημα στην αγορά εργασίας που δημιουργήθηκε από την Μεγάλη Ύφεση απορροφάται εκ νέου. Παρά το γεγονός ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της ευρωζώνης αναμένουμε να αποδυναμωθεί κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2018, πιστεύουμε ότι θα παραμείνει πολύ πάνω από τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο για αρκετά χρόνια.

    Παρά τη συνεχιζόμενη οικονομική επέκταση, προβλέπουμε ότι ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη θα παραμείνει πεισματικά κάτω από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ. Σε πολλές από τις οικονομίες της ευρωπεριφέρειας, η αδυναμία του πληθωρισμού οφείλεται στην ακόμη υψηλή ανεργία (αν και μειώνεται) και στην ακόμα "χαλαρή" οικονομία.

    Ωστόσο, ο χαμηλός πληθωρισμός είναι πιο δύσκολο να εξηγηθεί στη Γερμανία, όπου η ανάπτυξη υπερβαίνει κατά πολύ την τάση και η ανεργία έχει ήδη πέσει στο 3½% - ένα πολύ χαμηλό επίπεδο σε σχέση με τα πρόσφατα ιστορικά πρότυπα. Η ανεργία της Γερμανίας πάντως εξηγείται από την επίδραση της παγκοσμιοποίησης: η εισροή εργαζομένων από την κεντρική Ευρώπη χρησιμεύει στον περιορισμό της αύξησης των μισθών στον γερμανικό κλάδο παροχής υπηρεσιών, ενώ οι Γερμανοί κατασκευαστές που εξυπηρετούν τις παγκόσμιες αγορές επιμένουν στο wage moderation (συγκράτηση των μισθών) για την διατήρηση των θέσεων εργασίας εντός της Γερμανίας, ώστε να μην χαθούν στο εξωτερικό μέσω offshoring.

    Δεδομένου ότι αυτές οι παγκόσμιες δυνάμεις είναι απίθανο να υποχωρήσουν σύντομα, προβλέπουμε  αδύναμο πληθωρισμό στην Γερμανία - και κατά συνέπεια στην ευρωζώνη - τα επόμενα χρόνια. Όπως έχει πει επανειλημμένα ο Πρόεδρος της ΕΚΤ, παρόλο που μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι η απειλή του άμεσου αποπληθωρισμού έχει ξεπεραστεί και υπάρχει προοπτική υψηλότερου πληθωρισμού καθώς η ισχυρή ανάκαμψη συνεχίζεται, χρειάζεται υπομονή όσον αφορά την επιστροφή του πληθωρισμού στο στόχο του 2%.

    Η ΕΚΤ μείωσε το QE, αλλά το κράτησε open-ended. Θα σταματήσουν οι αγορές assets τον Σεπτέμβριο ή αναμένεται νέα επέκταση του προγράμματος; Πόσο μακριά είναι η αύξηση των επιτοκίων; Ποιοι είναι οι κίνδυνοι που δημιουργεί αυτή η πολύ διευκολυντική στάση της νομισματικής πολιτικής στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις αγορές ομολόγων και μετοχών, καθώς και στο ευρώ;

    Αναμένουμε από την ΕΚΤ να συνεχίσει να αγοράζει assets μέχρι τα τέλη του 2018, γεγονός που συνεπάγεται μια πρόσθετη μικρή επέκταση του προγράμματος πέρα ​​από ό, τι έχει ήδη ανακοινωθεί. Αλλά βλέπουμε ότι ο άμεσος αντίκτυπος αυτών των αγορών στην οικονομία της ευρωζώνης είναι μέτριος. Η ΕΚΤ έχει ήδη ικανοποιήσει τη ζήτηση της αγοράς για ρευστότητα, συμπιέζοντας τα term και risk premia σε χαμηλά επίπεδα. Σε αυτό το σημείο, η "μακροζωία" του προγράμματος QE είναι κυρίως ένα μήνυμα σχετικά με τις προοπτικές για τα επιτόκια.

    Κατά την άποψή μας, η ΕΚΤ παραμένει δεσμευμένη να αυξήσει τα επιτόκια πολύ μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος QE.  Με την επέκταση του QE στα τέλη του 2018, οι προσδοκίες της πρώτης αύξησης των επιτοκίων ωθούνται στο 2019. Η αγορά σήμερα αποτιμά την πρώτη αύξηση των επιτοκίων να έρχεται στα τέλη της άνοιξης εκείνου του έτους και ο κ. Draghi φαίνεται άνετος προς το παρόν με αυτές τις προσδοκίες. Δεδομένου του επίμονα χαμηλού πληθωρισμού και της προοπτικής κάποιας χαλάρωσης της ανάπτυξης της ευρωζώνης κατά το δεύτερο εξάμηνο του επόμενου έτους, αναμένουμε μια πρώτη αύξηση να έλθει λίγο αργότερα, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2019. Ωστόσο, υπάρχει πιθανότητα να έλθει νωρίτερα. Σε αυτό το στάδιο, οι τρέχουσες προσδοκίες της αγοράς είναι ευρέως κατάλληλες.

    Μετά τις κινήσεις των αγγλοσαξονικών κεντρικών τραπεζών, αναμένουμε ότι οποιαδήποτε εξομάλυνση των επιτοκίων της ΕΚΤ θα είναι σταδιακή και περιορισμένη. Τα επιτόκια είναι πιθανό να κινηθούν σε χαμηλότερα επίπεδα από αυτά που παρατηρήσαμε πριν από την κρίση. Η διεύρυνση των spreads λόγω του αυστηρότερου ρυθμιστικού περιβάλλοντος συνεπάγονται ότι τα επιτόκια της αγοράς (market rates) - και επομένως οι ευρύτερες οικονομικές συνθήκες που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις στην πραγματική οικονομία, θα είναι υψηλότερα σε σχέση με το επιτόκιο πολιτικής της ΕΚΤ από ό, τι στο παρελθόν. Επιπλέον, το υποκείμενο επιτόκιο ισορροπίας στην οικονομία είναι πιθανώς χαμηλότερο από ό, τι πριν από την κρίση, καθώς η τάση ανάπτυξης είναι ασθενέστερη.

    Η πολύ διευκολυντική νομισματική πολιτική που ακολούθησε η ΕΚΤ για την αντιμετώπιση των χρηματοπιστωτικών, κρατικών και τραπεζικών κρίσεων των τελευταίων ετών έχει συμβάλει στην εκτόξευση των τιμών των assets σε πολύ υψηλά επίπεδα. Υπάρχει ο κίνδυνος ότι, μόλις αρχίσει να αποσύρεται αυτή η πολιτική στήριξη, θα υπάρξει απότομη διόρθωση των τιμών τους. Η αργή, σταδιακή και περιορισμένη προσέγγιση στην εξομάλυνση των πολιτικών που αναμένουμε από την ΕΚΤ αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια να διαχειριστεί αυτή τη διαδικασία και να επιτύχει μια "μαλακή προσγείωση". Και αυτό είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο.

    Σε ότι αφορά το ενιαίο νόμισμα, αναμένουμε ότι το ευρώ θα ενισχυθεί ελαφρώς έναντι του δολαρίου ΗΠΑ κατά το επόμενο έτος, αλλά - σε μια περίοδο όπου η εξομάλυνση της νομισματικής πολιτικής προχωρά πολύ περισσότερο στις Ηνωμένες Πολιτείες από ό, τι στην ευρωζώνη - αυτό οφείλεται περισσότερο στις καλύτερες οικονομικές και πολιτικές προοπτικές σε αυτή την πλευρά του Ατλαντικού και όχι στα υψηλότερα επιτόκια της ΕΚΤ.
     

    Ποιες είναι οι κορυφαίες επενδυτικές ιδέες για το 2018, δεδομένου του περιβάλλοντος ισχυρής ανάπτυξης /χαμηλού πληθωρισμού και της ακόμη χαλαρής πολιτικής της ΕΚΤ;

    Χάρη στις προσπάθειες που καταβάλλουν η ΕΚΤ και οι άλλες κεντρικές τράπεζες για να περιορίσουν τις μακροοικονομικές επιπτώσεις των πρόσφατων χρηματοπιστωτικών κρίσεων και των συνεπειών τους, εισερχόμαστε σε αυτή τη φάση του κύκλου με τις τιμές των assets να βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με τα υποκείμενα οικονομικά μεγέθη. Τα πολύ χαμηλά επιτόκια και οι αγορές περιουσιακών στοιχείων από τις κεντρικές τράπεζες ήταν οι κύριοι οδηγοί της ευρείας ανόδου των χρηματιστηριακών αγορών.

    Παρά τις ευνοϊκές οικονομικές προοπτικές, οι επενδυτές θα βρεθούν αντιμέτωποι με μέτριες αποδόσεις μεσοπρόθεσμα, καθώς τα επιτόκια αυξάνονται και οι τιμές των assets ομαλοποιούνται.

    Στον ορίζοντα αυτό, το κεντρικό ζήτημα είναι αν η προσαρμογή αυτή θα είναι ομαλή ή απότομη και άτακτη. Τούτου λεχθέντος, η ισχυρή τρέχουσα δυναμική της οικονομικής δραστηριότητας, ο πληθωρισμός και η προοπτική της συνεχιζόμενης χαλαρής πολιτικής στην ευρωζώνη δημιούργησαν ένα περιβάλλον για ισχυρές αποδόσεις στα risk assets, σε βραχυπρόθεσμους ωστόσο ορίζοντες.

    Το 2017 ήταν ένα έτος μεγάλων πολιτικών κινδύνων στην Ευρώπη. Αλλά η ήττα του λαϊκισμού στις εκλογές της περιοχής (Γαλλία, Ολλανδία, Γερμανία, Αυστρία) υποδηλώνει ότι ο κίνδυνος αυτός μειώνεται. Ισχύει αυτό για το 2018, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι διεξάγονται οι ιταλικές εκλογές την Άνοιξη; Ποιες είναι οι προκλήσεις για την πολιτική σταθερότητα της Ευρώπης. Θα επηρεάσει η γερμανική πολιτική κρίση τα βασικά ευρωπαϊκά ζητήματα;

    Αναλύοντας εκ των υστέρων την κατάσταση, οι άμεσοι πολιτικοί κίνδυνοι που συνδέονταν με τις εκλογές του 2017 στην Ευρώπη υπερεκτιμήθηκαν. Οι εκπλήξεις που παρατηρήθηκαν τόσο στο δημοψήφισμα του Brexit όσο και στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, επηρέασαν πολύ έντονα τις προσδοκίες της αγοράς. Πάντως, ακόμη και καθώς βελτιώνεται η οικονομική κατάσταση, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα οι συμμετέχοντες στην αγορά πρέπει να αποφύγουν τον εφησυχασμό απέναντι στους πολιτικούς κινδύνους.

    Η στήριξη των λαϊκιστικών κομμάτων παραμένει ισχυρή και τα αποτελέσματα των εκλογών (όπου οι λαϊκιστές υποψήφιοι βρέθηκαν και στις δεύτερες θέσεις μετά τον συνασπισμό των mainstream κομμάτων) οδήγησαν στην "νομιμοποίηση" των λαϊκιστικών κομμάτων ως η κύρια αντιπολίτευση στις κυβερνήσεις. Εάν το δημοκρατικό εκκρεμές ταλαντωθεί και πάλι, η προοπτική της εκλογής μιας λαϊκιστικής κυβέρνησης δεν μπορεί να αποκλειστεί στον επόμενο ή στους επόμενους εκλογικούς κύκλους.

    Ωστόσο, βραχυπρόθεσμα, αναμένουμε ότι οι πολιτικοί κίνδυνοι παραμένουν περιορισμένοι. Στην Ιταλία, η προσδοκία μας είναι ότι θα υπάρξει ένας ευρύς συνασπισμός των mainstream δυνάμεων (όχι ανόμοιος με την σημερινή κυβέρνηση) ο οποίος θα κυβερνήσει μετά τις εκλογές. Μια τέτοια κυβέρνηση δεν θα διαταράξει τη συστημική σταθερότητα των ευρωπαϊκών αγορών κατά τον τρόπο που παρατηρήθηκε το 2011, δεδομένου ότι η αρχή της θα ήταν να διατηρηθεί η ηρεμία που επιτυγχάνουν οι πολιτικές παρεμβάσεις της ΕΚΤ, ακολουθώντας τη διάσημη ομιλία του κ. Draghi και το "whatever it takes" του Ιουλίου του 2012. Αλλά ένας τέτοιος ευρύς συνασπισμός είναι απίθανο να παρουσιάσει την εσωτερική συνοχή και κατεύθυνση που απαιτείται για την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που χρειάζονται η ιταλική οικονομία και οι θεσμοί. Εν ολίγοις, είναι πιθανό να δούμε τη συνέχιση του status quo, του... "κουτσοκαταφέρνοντας", παρά την αποφασιστική λύση των υποκείμενων προβλημάτων.

    Ακόμη και μετά τις δικές της, τις μέχρι σήμερα χωρίς αποτέλεσμα, εκλογές, η Γερμανία παραμένει βασικός παράγοντας στην Ευρώπη. Αμφιβάλλουμε ότι υπάρχει υποστήριξη στη Γερμανία για να προχωρήσουν γρήγορα τα μεγάλα σχέδια για βαθιά δημοσιονομική ολοκλήρωση και διακυβέρνηση στην ευρωζώνη. Ωστόσο, η Γερμανία θα συνεχίσει να διαδραματίζει τον απαραίτητο ρόλο της απέναντι στο έργο του ευρώ, αν και με αδιαφανείς τρόπους - όπως η ανοχή στις αγορές κρατικών περιουσιακών στοιχείων από την ΕΚΤ - που μπορούν να βρεθούν εκτός του ραντάρ των σκεπτικιστών Γερμανών ψηφοφόρων.
     

    Μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία μετάβασης στις διαπραγματεύσεις του Brexit; Θα παραμείνουν οι πολιτικές εντάσεις και αβεβαιότητες στο Ηνωμένο Βασίλειο;

    Η πρόσφατη ενδιάμεση συμφωνία μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ επιτρέπει στις διαπραγματεύσεις του Brexit να προχωρήσουν σε δύο ζητήματα: τις μεταβατικές ρυθμίσεις για την περίοδο αμέσως μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ τον Μάρτιο του 2019, και τη νέα μακροπρόθεσμη οικονομική και πολιτική σχέση μεταξύ της Βρετανίας και της ΕΕ.

    Οι μηχανισμοί του πρώτου είναι σχετικά απλοί. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έχει αποδεχθεί ότι οποιαδήποτε τέτοια μετάβαση θα πραγματοποιηθεί υπό τη μορφή διατήρησης του status quo (και ως εκ τούτου της αποδοχής των κανόνων και των προϋποθέσεων της ΕΕ και των απαιτήσεων για τους προϋπολογισμούς ).

    Δεδομένου αυτού, τα μόνα εκκρεμή ζητήματα είναι εάν η μετάβαση είναι open-ended, και αν όχι, πόσο θα διαρκέσει. Περιμένουμε να συμφωνηθεί μια μετάβαση δύο ετών. Το κύριο εμπόδιο σε αυτό το αποτέλεσμα δεν έγκειται στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των βρετανικών αρχών και της ΕΕ των 27, αλλά μάλλον στην εσωτερική πολιτική του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου ένας σκληρός πυρήνας των βουλευτών που υποστηρίζουν το Brexit μπορεί να επιχειρήσει να υπονομεύσει οποιαδήποτε μεταβατική ρύθμιση για να εξασφαλίσει ταχύτερη και πιο αποφασιστικά σκληρή έξοδο από την ΕΕ.

    Οι διαπραγματεύσεις για μία νέα μακροπρόθεσμη εμπορική, οικονομική και πολιτική σχέση μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της ΕΕ είναι πιθανό να αποδειχθούν πιο στρεβλωτικές. Τελικά, αναμένουμε την επίτευξη συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου. Ωστόσο, για το Ηνωμένο Βασίλειο αυτό θα επιφέρει σημαντική επιδείνωση της πρόσβασης στην ενιαία αγορά της ΕΕ σε σχέση με την τρέχουσα κατάσταση, κυρίως επειδή μια καθαρή συμφωνία ελεύθερου εμπορίου δεν θα επεκταθεί στις υπηρεσίες στις οποίες συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών της χώρας προς την ηπειρωτική Ευρώπη. Επιπλέον, μεταξύ των χωρών της ΕΕ υπάρχουν πιθανότητες να υπάρξουν μεγαλύτερες διαφορές ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα διέπεται το εμπόριο στο μέλλον. Το ενιαίο μέτωπο που έχει μέχρι στιγμής καταδείξει η ΕΕ στο Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με τις μεταβατικές ρυθμίσεις, μπορεί στη συνέχεια να καταρρεύσει, περιπλέκοντας περαιτέρω τις προοπτικές.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων