Τις πτυχές των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία και τον τρόπο με τον οποίο αυτά συνδέονται με την ευρύτερη κρίση της ευρωζώνης, συζήτησαν στο πλαίσιο ημερίδας που οργάνωσε σήμερα στις Βρυξέλλες το πολιτικό ινστιτούτο Center for European Policy Studies (CEPS), ο πρόεδρος του Σώματος Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Οικονομικών Γιώργος Ζανιάς, ο διευθυντής του CEPS Ντανιέλ Γκρο και o οικονομολόγος-συνεργάτης του CEPS Πολ Ντε Γκρουβ.
Στην τοποθέτησή του, ο Γιώργος Ζανιάς επικεντρώθηκε στο ελληνικό σχέδιο σταθερότητας και ανάπτυξης, το οποίο ενέκρινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την περασμένη εβδομάδα και αναμένεται να εγκριθεί από το συμβούλιο των Ευρωπαίων υπουργών Οικονομικών (ECOFIN) στη συνεδρίαση της 16ης Φεβρουαρίου στις Βρυξέλλες. Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτήρισε «εξαιρετικά φιλόδοξες» τις μεταρρυθμισεις που το σχέδιο εισάγει, τόσο σε επίπεδο θεσμικής λειτουργίας του κράτους όσο και σε ό,τι αφορά τις αλλαγές στην εισοδηματική πολιτική και τη βελτίωση της αξιοπιστίας της χώρας, μέσω διασφάλισης του ανεξάρτητου χαρακτήρα της ελληνικής στατιστικής υπηρεσίας. Επίσης, αναφέρθηκε συνοπτικά στις μεγάλες και επώδυνες τομές που επιχειρούνται από την ελληνική κυβέρνηση (ασφαλιστικό, μείωση κρατικών δαπανών, συγκράτηση μισθών κλπ), επισημαίνοντας ότι, βάσει των δημοσκοπήσεων, οι πολίτες φαίνεται να αναγνωρίζουν την αναγκαιότητά τους και αναδεικνύουν τον υπουργό Οικονομικών ως τον δημοφιλέστερο Έλληνα πολιτικό.
Σχετικά με τα αίτια της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης, ο Ζανιάς αναφέρθηκε αφενός σε χρόνια προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και αφετέρου στις ιδιαίτερες συγκυρίες του 2009, που οδήγησαν στη μεγάλη αναθεώρηση του ελλείμματος τον περασμένο Οκτώβριο.
«Είμαστε πολύ αποφασισμένοι για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων» είπε ο πρόεδρος του ΣΟΕ και εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις θα γίνουν φέτος που η κυβέρνηση διαθέτει νωπή λαϊκή εντολή και άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Επίσης, σχετικά με τις αντιδράσεις που θα προκαλέσει η επιβολή επώδυνων μέτρων, σημείωσε ότι το κυβερνών κόμμα είναι το μεγαλύτερο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Ευρώπης και διατηρεί καλές σχέσεις με τα ελληνικά συνδικάτα, συνεπώς θα είναι πιο εύκολη η εφαρμογή των εξαγγελθέντων μέτρων. Απαντώντας σε ερώτηση για το ενδεχόμενο προσφυγής της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Ζανιάς είπε ότι η Ελλάδα δεν το χρειάζεται, τουλάχιστον όχι ακόμα, και πρόσθεσε ότι σε κάθε περίπτωση, «τέτοιου τύπου προβλήματα θα πρέπει να λύνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο».
Στη συνέχεια, ο διευθυντής του CEPS Ντανιελ παρουσίασε συνοπτικά τη θέση του για την ανάγκη δημιουργίας ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου (European Monetary Fund), επισημαίνοντας ότι η κρίση της Ελλάδας ανέδειξε τους συστημικούς κινδύνους της ευρωζώνης, στην αντιμετώπιση των οποίων θα πρέπει στο εξής να προσανατολιστεί η ΕΕ.
Στην ανάλυσή του ο Ν. Γκρος εστίασε στη σχέση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου χρέους (επισημαίνοντας τη γενική τάση το χαμηλό ιδωτικό χρέος να συνδέεται με υψηλό δημόσιο χρέος και το αντίστροφο) εξαιρώντας την περίπτωση της Ελλάδας για την οποία η σχέση μεταξύ των δύο αυτών μεταβλητών είναι «εκτός ελέγχου», με αποτέλεσμα σήμερα να υπάρχει ταυτόχρονα υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος στη χώρα. Στην αναζήτηση ερμηνείας για τη διαπίστωση αυτή, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο βαθμός «ευπάθειας» (vulnerability) της ελληνικής οικονομίας, υποστήριξε ο επικεφαλής του CEPS. Η ευπάθεια των οικονομιών καθορίζεται όχι μόνο από τα μακροοικονομικά μεγέθη (χρέος, έλλειμμα) αλλά και από τα επιτόκια των καταθετικών λογαριασμών, τα οποία στην περίπτωση της Ελλάδας είναι εξαιρετικά χαμηλά, γεγονός που της στερεί τη δυνατότητα αυτοχρηματοδότησης και τη διαφοροποιεί από άλλες χώρες με υψηλό χρέος, τόνισε ο Γκρος. Με δεδομένο ότι σε αυτή τη συγκυρία η ελληνική οικονομία είναι εξαιρετικά ευάλωτη αλλά στο μέλλον στην ίδια θέση μπορεί να βρεθεί κάποια άλλη οικονομία, η ευρωζώνη θα πρέπει να επεξεργαστεί τρόπους ώστε οι δημσιονομικές δυσκολίες ενός μέλους της να μην λαμβάνουν διαστάσεις συστημικών προβλημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, ο Γκρος επανέφερε την πρότασή του για δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, ως απτής έκφρασης της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, το οποίο θα χρηματοδοτούν οι χώρες της ΕΕ ανάλογα με το βαθμό συμμόρφωσής τους με τα κριτήρια του Μάαστριχτ περί ελλείμματος και χρέους.
Τέλος ο καθηγητής του πανεπιστημίου της Λουβαίνης και συνεργάτης του CEPS Πολ Ντε Γκρόου συνόψισε ως εξής τις τρεις παραμέτρους που οδήγησαν στην κρίση που αντιμετωπίζει σήμερα η ευρωζώνη:
- Ελληνική περίπτωση: εκτός των δημοσιονομικών μεγεθών, το μεγάλο πρόβλημα είναι το τεράστιο έλλειμμα αξιοπιστίας της χώρας.
- Χρηματοπιστωτικές αγορες: διαδραματίζουν αποσταθεροποιητικό ρόλο στην παρούσα κρίση και συσκοτίζουν τις λύσεις για τη μείωση εθνικών ελλειμμάτων-χρεών. Στο πλαίσιο αυτό, οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των κρατών συχνά δρουν αποσταθεροποιητικά επίσης.
- Αρχές ευρωζώνης: Η διστακτικότητά και οι ασάφειες με την οποία αντιμετώπισε η ευρωζώνη την κρίση της Ελλάδας, επέτρεψαν στην τελευταία να λάβει διαστάσεις συστημικής κρίσης. Εκτός του ρόλου των ηγετών των μελών της ευρωζώνης, η ΕΚΤ έχει επίσης σημαντικό μερίδιο ευθύνης, καθώς αφενός δεν υιοθέτησε σαφή στάση για την ελληνική περίπτωση και αφετέρου έχει εκχωρήσει μεγάλη εξουσία στους οίκους αξιολόγησης (μη ελέγχοντας κάποιες από τις εκτιμήσεις τους).