Αποθήκευση
Εγγραφή          Υπενθύμιση κωδικού
Σύμβολο go
        Τζίρος  εκ. €

Ο "πόλεμος των φωνηέντων" και η φτώχεια της δημόσιας συζήτησης

Εκτύπωση σελίδας
Αποθήκευση σελίδας
Αποστολή με e-mail
Προσθήκη στο αρχείο
Μέγεθος κειμένου

του Κώστα Ράπτη

Το μονοπάτι που οδηγεί προς τη Μονή των Φιλανθρωπηνών, στη Νήσο της Παμβώτιδας, έχει (ή τουλάχιστον είχε μέχρι πριν από λίγα χρόνια) την επιγραφή  «Προς Κρυφό Σχολειό». Μάλιστα, κατά τη δική μου επίσκεψη στο αξιοθαύμαστο αυτό μνημείο, η ηλικιωμένη κλειδοκρατόρισσα της Μονής δεν παρέλειψε να σηκώσει χάριν των επισκεπτών και την καταπακτή της «κρυψώνας», όπου «έμπαιναν τα παιδιά όταν έρχονταν οι Τούρκοι». Στην παρατήρησή μου ότι το παραπλεύρως αναρτημένο επεξηγηματικό κείμενο της 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων αναφέρει πως στη Μονή των Φιλανθρωπηνών λειτουργούσε δημοσίως και αδιαλείπτως επί πολλούς αιώνες όχι «κρυφό σχολειό» αλλά ονομαστή Σχολή, η αυτοσχέδια ξεναγός μας κούνησε το κεφάλι και μουρμούρισε με έσχατη περιφρόνηση: «Τι να μας πούν και οι αρχαιολόγοι…». Η υπόλοιπη παρέα, που κατά σύμπτωση αποτελούνταν από… αρχαιολόγους, περιορίσθηκε να μειδιάσει.
 
Δεν ξεσυνερίζεται βέβαια κανείς μια ηλικιωμένη γυναίκα, πιθανότατα χωρίς εγκύκλια μόρφωση, για την προσκόλλησή της στους μύθους που δίνουν σάρκα και νόημα στη σχέση της με το ιστορικό παρελθόν. Δικαιούται, ωστόσο, να αντιμετωπίσει διαφορετικά λ.χ. έναν διατελέσαντα (έστω και για 48 ώρες) πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, όταν επί τη βάσει ανυπόστατων μύθων, επιτίθεται στην έννοια της επιστημονικής γνώσης, για να σαλπίσει μάλιστα πολεμικό κάλεσμα – εναντίον ποίου, αλήθεια;
 
Το διέπραξε, πάντως, ο κ. Βύρων Πολύδωρας, με αφορμή τον «πόλεμο των φωνηέντων» - ήτοι τον θόρυβο που ξέσπασε αρχικά στο Διαδίκτυο και κατόπιν και στα (αθεράπευτα ρηχά και πρόχειρα) μέσα ενημέρωσης μετά την «καταγγελία» της δασκάλας κ. Μαρίας Χρυσού ότι το νέο σχολικό εγχειρίδιο Γραμματικής της Ε’-Στ’ Δημοτικού αναφέρει (στο… κεφάλαιο «Φθόγγοι»! ) ότι τα φωνήεντα της Νέας Ελληνικής είναι πέντε (όσα δηλ. εδώ και… περίπου 1200 χρόνια, οπότε εξέλιπε, εξαιρουμένων κάποιων περιφερειακών διαλέκτων, το στρογγυλό κλειστό εμπρόσθιο φωνήεν [y]).
 
Και όμως, κατά την καταγγέλλουσα, στο εγχειρίδιο «εσκεμμένα [...] πάρθηκε η απόφαση ενός ακόμα βιασμού της ελληνικής γλώσσας», κατόπιν προτάσεως «κάποιου ανθέλληνα φιλολόγου» και αποδίδεται η όλη κίνηση σε απόπειρα παρεισαγωγής της φωνητικής ορθογραφίας, και ακόμη περισσότερο σε προσπάθεια «να θυσιάσουμε την γλώσσα μας για να μοιάσουμε στους Δυτικούς, για να γίνουμε αρεστοί από αυτούς». Επιπλέον υποστηρίζεται ότι η χρήση του μονοτονικού συστήματος γραφής «έφερε την δυσλεξία στην πρώτη θέση των μαθησιακών δυσκολιών, εξαιτίας της ελλείψεως βασικών κανόνων γραμματικής και τονισμού» και ότι τα φωνήεντα «ενυπάρχουν στο DNA μας από την αρχή της υπάρξεως μας στον πλανήτη» και ότι «το κάθε γράμμα μας έχει την βαρύτητά του, ο κάθε φθόγγος έχει την μουσικότητα του, και ο κάθε τόνος είχε την αξία του».
 
Ματαίως επιχείρησαν με γραπτές παρεμβάσεις τους ο πρώην πρύτανης του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου καθηγητής Γ, Μπαμπινιώτης, ο πρόεδρος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας καθηγητής Ι. Καζάζης και κυρίως 140 πανεπιστημιακοί γλωσσολόγοι, μελετητές της Ελληνικής να βάλουν μερικά πράγματα στη θέση τους.
 
Κατά τον Βύρωνα Πολύδωρα «η διάλυση της γραμματικής και της γλώσσας γίνεται με… ΄΄επιστημονική΄΄ υποστήριξη βαρέος πυροβολικού 140 πανεπιστημιακών! Δεν είναι λάθος ή αμέλεια. Είναι ΄΄προμελέτη΄΄. Μας λέγουν με πρωτοφανή οίηση: ΄΄Πώς τολμάτε, εσείς οι μη λέκτορες, οι μη ειδικοί, οι μη γλωσσολόγοι, οι αγράμματοι, μ΄ ένα λόγο να αντιστέκεσθε;΄΄. Επομένως, ΠΟΛΕΜΟΣ! Γρηγορείτε Συνέλληνες!»
 
Ο κ. Πολύδωρας δεν υπήρξε ο μόνος από το πολιτικό προσωπικό της χώρας με αντίστοιχη άποψη. Είχε προηγηθεί σε τηλεοπτικό πάνελ η τοποθέτηση (εν εξάλλω, κατά το σύνηθες) της Λιάνας Κανέλλη – παντελώς ανυποψίαστης για το έτσι ότι υποθάλπτει τον θρασύ ελληναραδισμό που επέστρεψε στην ίδια υπό μορφήν μπουνιάς στο πρόσωπο…
 
Η κάθε χώρα έχει, φαίνεται, τη μορφή αντιεπιστημονικού ανορθολογισμού που της ταιριάζει. Οι ΗΠΑ, τον «ευφυή σχεδιασμό» και την αμφισβήτηση της θεωρίας της εξέλιξης. Η Ελλάδα, την πλήρη απαξίωση των ανθρωπιστικών επιστημών, εν μέσω της ολοκληρωτικής πλέον κυριαρχίας μιας παραληρηματικής αντίληψης της μοναδικότητας του ελληνικού έθνους, της ιστορίας του και της γλώσσας του (και, αντιστοίχως, της υπόρρητης, αλλά απεριόριστης υποτίμησης, μπροστά στα αρχαία κλέη, του σύγχρονου ελληνισμού και της ομιλούμενης γλωσσικής πραγματικότητάς του). Μοιάζει σαν ο τόνος της σχετικής δημόσιας συζήτησης να δίνεται πλέον κατά προτεραιότητα από συνομωσιολογικές, παραθρησκευτικές ή φασιστικές φυλλάδες και ιστοσελίδες.
 
Από εκεί και πέρα, οι ελληνικοί «cultural wars» αποδεικνύονται όχι μόνο απολύτως προβλέψιμοι αλλά ολοένα και πιο φαιδροί. Για αν, λ.χ., ο θόρυβος περί το σχολικό βιβλίο Ιστορίας της κ. Μ. Ρεπούση, είχε τουλάχιστον μιαν ιδεολογική βάση, η τωρινή διαμάχη βασίζεται σε παντελώς ανυπόστατη αφορμή (σύγχυση γραμμάτων και φθόγγων) και στην κινδυνολογική πρόθεση «καταγγελλόντων» που δεν διστάζουν να κάνουν την αμάθειά τους παντιέρα. (Ήδη στο Διαδίκτυο εκκολάπτεται και «τρίτος γύρος», σχετικά με την υποτίμηση του αρχαίου ελληνικού αποικισμού» σε κάποιο άλλο σχολικό βιβλίο).
 
Ειδικά η γλωσσική επιστήμη αποδεικνύεται ως η πιο ευάλωτη, καθώς έχει εδραιωθεί πια η πεποίθηση ότι για το ιδιαίτερο αντικείμενό της μπορεί ο οποιοσδήποτε να τοποθετείται βασισμένος αποκλειστικά στα προσωπικά του κριτήρια περί καλλιέπειας (ενώ λ.χ. για το μποζόνιο του Higgs κανείς, εξαιρουμένου του Πειραιώς Σεραφείμ, δεν τολμά να εκφέρει γνώμη για κάτι που επί της ουσίας αγνοεί). Και το θέμα δεν είναι να υπερασπισθεί κανείς την αυθεντία των «ειδικών» - δεν έχουν ούτε αυτοί ανοσία στην ανοησία ή την ιδιοτέλεια – αλλά την κατοχύρωση όρων στοιχειώδους ορθολογικότητας στην δημόσια συζήτηση. Τουλάχιστον στην επιστημονική μεθοδολογία οι απόψεις αναμετριούνται με ό,τι έχει ήδη καταγραφεί στη βιβλιογραφία (αντί να το προσπερνούν) και διατυπώνονται με τρόπο που να επιτρέπει την επιβεβαίωση ή διάψευσή τους βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων.
 
Με αυτή την έννοια, πρέπει να μεμφθεί κανείς τους Έλληνες γλωσσολόγους, όχι επειδή αποφάσισαν να διαφωτίσουν την κοινή γνώμη για μερικά στοιχειώδη κεκτημένα της επιστήμης τους, αλλά, αντιθέτως, διότι ένας-δυο εξ αυτών επί πολλά έτη κολάκευαν τα γλωσσικά στερεότυπα και τις προκαταλήψεις («γλωσσική πενία» κ.ο.κ.) ενώ οι υπόλοιποι μάλλον ακολουθούσαν έναν «τεχνοκρατικό» δρόμο αποχής από τη δημόσια συζήτηση.
 
Όσο για τα πολιτικά πρόσωπα που έσπευσαν να τοποθετηθούν με εφόδιο την ανάμνηση του σχολικού άσματος «τα φωνήεντα είναι επτά και τα λέμε δυνατά», θα προτείναμε εναλλακτικά αντικείμενα παρέμβασης. Σε ό,τι αφορά π.χ. «την εκπαίδευση των παιδιών μας» θα άξιζε να αναλυθεί περισσότερο το θέμα «συμπτύξεις σχολείων και σχολικών τμημάτων». Ή, ως προς την «επιβίωση του ελληνισμού», προτείνεται να εξετασθεί η υπέρβαση του αριθμού των εργαζόμενων από τους οικονομικά ανενεργούς και ανέργους. Δεν θα εξασφαλισθεί ντόρος στο Διαδίκτυο, αλλά αξίζει τον κόπο…

Ακολουθήστε το Capital.gr στα Social Media
Σχολιάστε το άρθρο 
Βρήκατε το άρθρο ενδιαφέρον:
LINKS ΧΟΡΗΓΩΝ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

  στό    Αναζήτηση
Δημοφιλέστερα σήμερα
Περισσότερα σχόλια